Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Ο Χάρος


Ο Χάρος

 
Ονειρεύτηκα χθες βράδυ / ότι ήλθε σαν κουρσάρος
να με πάρει στον Άδη / έτσι απρόσκλητα ο Χάρος.
Στο κρεβάτι μου ζυγώνει / κι αμολάει το δρεπάνι
ξεριζώνει την ψυχή μου / λες και ήτανε ραπάνι.
Με αρπάζει σαν το φύλλο / και χωρίς κουβέντα άλλη
με το ύφος του το οργίλο / με οδηγεί στο ακρογιάλι.
«Μπούκαρε στην βάρκα μέσα» / γρύλισε,  «χωρίς πολλά»
έγια μόλα έγια  λέσα / για τον Άδη ροβολά.
Καθώς γλίστραγε η βάρκα / μέσα στην πηχτή μαυρίλα
για την άγρια αυτή τσάρκα / ένοιωθα ανατριχίλα
Άκουγα φωνές καμπόσες / και βαθείς αναστεναγμούς,
σε όλων των ειδών τις γλώσσες / και απαίσιους βρυχηθμούς.
Απ’ τον φόβο τον πολύ / μου έτρεμαν τα δύο χείλη
κι έγινα το ραμολί / των σκυλιώνε  το ρεζίλι.

Ξύπνησα κοκαλωμένος / κι άνοιξα ευθύς το μάτι
και βρισκόμουν ξαπλωμένος /  στο βρεγμένο το κρεβάτι.
                                                      
         Χρόνια Πολλά!
                                   
                                     Ο ξέμπαρκος