Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Ζαχαρίας Παπαντωνίου


Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ
(από τη συλλογή «θεία δώρα»)

Του Γιάννη Λακούτση
Δύο ποιήματα που γράφτηκαν πριν από 80 περίπου χρόνια,
Θαρρείς  γράφτηκαν σήμερα. Μέσα από τα ποιήματα αυτά ξεπηδούν δύο τύποι ανθρώπων. Αυτός που σε όλη του την ζωή βάδιζε πάντοτε «με τον σταυρό στο χέρι»
και ο άλλος, ο αδίστακτος, ο υποκριτής που έκανε το παν να είναι κοντά στους ισχυρούς ώστε να απολαμβάνει τα αγαθά του συστήματος.
                                         ***
Κύριε, σαν ήρθεν η βραδυά, σου λέω τη προσευχή μου:
Άλλη ψυχή δεν έβλαψα στο κόσμο απ’ τη δική μου.
Εκείνοι που με πλήγωσαν ήσαν αγαπημένοι.
Τη πίκρα μου τη βάσταξα, μου δίνεις και τη ξένη.

Μ’ απαρνηθήκαν οι χαρές. Δε τις γυρεύω πίσω.
Προσμένω τα χειρότερα. Ειν’ αμαρτία να ελπίσω.
Σαν ευτυχία αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.
Στη πόρτα μ’ άλλος δε χτυπά κανείς, απ’ τον αγέρα.

Δεν έχω δόξα. Ειν’ ήσυχα τα έργα που’χω πράξει.
Άκουσα τη γλυκειά βροχή, τη δύση’χω κοιτάξει,
Έδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι,
Ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδι.

Τώρα δεν έχω τίποτε να διώξω ή να κρατήσω.
Δε περιμένω ανταμοιβή, πολλή’ναι τέτοια ελπίδα!
Ευδόκησε ν’αφανιστώ, χωρίς να ξαναζήσω.
Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους  κάμπους που είδα.
                                              Ζαχαρίας Παπαντωνίου.


Παρωδία του ποιήματος του Ζ. Παπαντωνίου «Η Προσευχή του ταπεινού»
έγραψε ο Κώστας Βάρναλης, αμείλικτος κατά των αστών διανοουμένων.
Ο Παπαντωνίου, ήταν Βενιζελικός και είχε ευνοηθεί από το κόμμα του αφού διορίστηκε διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, ακαδημαϊκός, καθηγητής
Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών και τιμήθηκε με το Αριστείο γραμμάτων
και τεχνών. Η παρωδία αυτή πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό
« Νέοι Πρωτοπόροι», με το χαρακτηριστικό ψευδώνυμο Καρχαρίας Παπαφαταούλας.

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδυά και μάτι δεν μας βλέπει
βρέχε σωρό διορισμούς στην ταπεινή μου τσέπη.
Την προσευχή μου, Κύριε, σου λέω με προθυμία
καμιά ψυχή δεν έβλαψα, μονάχα τα Ταμεία.

Εκείνοι που με πλήγωσαν ήσαν αγαπημένοι.
Που να μην την εβούτηξα θέση καμιά δε μένει.
Ήσυχα εγώ κι αθόρυβα τα έργα μου έχω πράξει
κι από Γραικύλους και Γραικούς το σύμπαν έχω αρπάξει.

Στην πόρτα άλλος δεν χτυπά κανείς απ’ τον αέρα
κι όλες εγώ τις χτύπησα(δουλειά μου κάθε μέρα).
Ήμουνα των μικρών παιδιών και των σκυλιών ο φίλος
κι όλων εγώ των αρχηγών πιστός χαδιάρης σκύλος.

Σ’ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.
Αφού το κράτος πλήρωνε, ζήτω η γλυκειά Πατρίδα!
Σ’ευχαριστώ που μου’δωκες χωρίς να μου ανήκει
τη θέση της Εκδοτικής και την Πινακοθήκη.

Για την καπατσοσύνη μου οι εχθροί θα με μισήσουν.
Ευδόκησε ν’ αφανιστούν χωρίς να ξαναζήσουν.
Με τρόπο της Ποιήσεως δώσε μου, Κύριε, τώρα
τα πενήντα χιλιάρικα, τ’ αληθινά «θεία δώρα»
                                          Καρχαρίας Παπαφαταούλας