Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Μέντης Μποσταντζόγλου ( 1918 - 1995)


Ένας δάσκαλος του Γένους
Το έργο του Μποστ είναι κάτι σαν κιβωτός αυτογνωσίας της ψωροκώσταινας. 
Όχι μόνον οι χαρακτήρες του, ο Πειναλέων και η Ελλαδίτσα, και τα υπέροχα σκίτσα του, αλλά και ο εντελώς ιδιαίτερος τρόπος που χρησιμοποιούσε τη γλώσσα και την ορθογραφία.
Το πολιτικό του στίγμα ήταν καθαρό, ήταν αριστερός, όμως έκανε πολιτική ακόμη και βάζοντας στη θέση του όμικρον ένα ωμέγα ή στη θέση του έψιλον ένα άλφα γιώτα. Ο Μποστ είχε συνείδηση ότι απευθύνεται σε ένα κοινό μορφωμένο, που θα γελάσει και με τις ανορθογραφίες του και με τη μίμηση της καθαρεύουσας.
Αν ζούσε σήμερα, θα απευθυνόταν σε μια πολύ περιορισμένη ελίτ.
Ακούγοντας τους πολιτικούς μας άνδρες να ρητορεύουν ενθουσιασμένοι και με τον εαυτόν τους και με τη ρητορεία τους, αναρωτιέμαι αν συνειδητοποιούν πως έχουν ανακηρύξει τον Μποστ σε δάσκαλο του Γένους. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο «εγέρθητω»» της Χρυσής Αυγής.
Στον νου μου έρχονται όλες αυτές οι υπέροχες ελληνικούρες, οι εκρηκτικές ασυνταξίες.
Τους ακούς να μιλάνε και σκέφτεσαι πως ακόμη και ο προφορικός τους λόγος είναι ανορθόγραφος. Ανορθόγραφος όπως η σπουδαιοφάνεια εννοείται, και ο ηρωισμός του αδούλωτου επαίτη που νομίζει ότι βαδίζει νικηφόρα στη λεωφόρο της μεγάλης Ιστορίας, ενώ στην πραγματικότητα χτυπιέται στους τοίχους του διαμερίσματός του.
Τον σκέφτομαι να ακούει υπέροχες αποστροφές όπως το «ανδρός πεσούσης», φράσεις μνημειώδεις όπως το «πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις» του αρμόδιου για τον κ. Πελεγρίνη υπουργού κ. Αρβανιτόπουλου, το «τρικλοποδιασμένο ταξίδι του πρωθυπουργού στο Κατάρ» της κ. Δούρου, ή το «βρήκα και ευήκοον ώτα» του κ. Γεωργιάδη και το «εκφατικά» της κ. Κωνσταντοπούλου, άσε πια τις χρονικές αυξήσεις στις προστακτικές. 
Να τα ακούει αυτά και άλλα υπέροχα παιδιά της γλώσσας μας και να σκέφτεται πως, αν δεν είχε την τύχη να βρίσκεται στις αιώνιες μονές μαζί με τους μεγάλους κωμικούς όλων των εποχών, θα ήταν άνεργος.
Όταν το ιδιόλεκτο του Μποστ έχει καθιερωθεί ως κώδικας της δημόσιας ζωής, ποιος μπορεί να γελάσει με αστεία που δεν τα καταλαβαίνει, διότι θεωρεί πως αυτός είναι ο κανονικός τρόπος ομιλίας. Δάσκαλος του Γένους χωρίς το στοιχείο της αυτογνωσίας.
Είναι η διαφορά ανάμεσα στην ψωροκώσταινα και τη νεόπτωχη Ελλάδα της σήμερον.
Εκείνη είχε συνείδηση των μεγεθών και της πραγματικότητάς της, και εκτός των άλλων είχε και γλώσσα για να την εκφράσει.


του Τάκη Θεοδωρόπουλου ("Καθημερινή", 21/12/2013)
Πρότεινε η Έλλη Βασιλάκη