Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

«Η ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΧΑΣΙΣΟΠΟΤΩΝ»


Του Γιάννη Λακούτση
Η εμφάνιση της νέας ψυχοτρόπου ουσίας, αιχμαλώτισε το ενδιαφέρον της γαλλικής ιατρικής κοινότητας και από το 1840, ποικίλες εφαρμογές της κάνναβης  διατίθονταν ελεύθερα σε πολλά φαρμακεία του Παρισιού.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξε ο Δρ. Ζακ-Ζοζεφ Μορό ( 1804-1884), ο οποίος άρχισε να ερευνά τις ιδιότητές του χασίς. Κατάπιε  κάποια φύλλα κάνναβης, ώστε να συντάξει μια εμπεριστατωμένη έκθεση, σχετικά με τα μεθυστικά αποτελέσματά της. Αργότερα  χρησιμοποίησε ινδικά χοιρίδια για πειραματόζωα. Το 1844 ο Μορό , εντυπωσιάστηκε με τις θεωρίες του φίλου του, φιλόσοφου, συγγραφέα, Θεόφιλου Γκωτιέ ( 1811-1872), για το μανιφέστο του ρομαντισμού, που έδινε έμφαση στη πρόκληση δυνατής συγκίνησης, μέσω της τέχνης. Από την πλευρά του ο Γκωτιέ έδειξε ενδιαφέρον για τις θεωρίες του Μορό, περί « πνευματικής μέθης» της κάνναβης, που την προτιμούσε από την « επαίσχυντη βαριά μέθη του αλκοόλ».
Ο Γκωτιέ έφερε μαζί του μια σειρά από κορυφαίους Παριζιάνους λογοτέχνες, τον Αλέξανδρο Δουμά, πατέρα, τον Βίκτωρ Ουγκώ, τον
ντε Νερβάλ, τον Σαρλ Μπωντλέρ, τον Ονορέ ντε Μπαλζακ, , τον Ευγένιο Ντελακρουά και άλλους.
Η ομάδα που αυτοαποκαλούνταν «Η Λέσχη των χασισοποτών», συγκεντρώνονταν μια φορά τη ν εβδομάδα, νωρίς το απόγευμα , γύρω στις 6, στα ανατολίτικα διακοσμημένα δωμάτια του ξενοδοχείου, Πινοντάν, στις όχθες του Σηκουάνα όπου έτρωγαν ένα γλυκό, παχύρρευστο παρασκεύασμα που περιείχε χασίς. Στη Λέσχη αυτή ο Μποντλέρ γνώρισε το χασίς στη μορφή που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Δεν ήταν μια ουσία που κάπνιζες αλλά που αναρροφούσες. Το πώς αισθάνεται το άτομο μετά χρήση, το περιγράφει ο ίδιος ο Μπωντλέρ, στο έργο του «Τεχνητοί Παράδεισοι»:
« Η δεύτερη φάση εξαγγέλλεται με μια αίσθηση ψύχρας στα άκρα, με μια μεγάλη αδυναμία. Τα χέρια σας είναι, όπως λένε, από βούτυρο, έχετε ένα βάρος στο κεφάλι και μια χαύνωση σ’ όλο σας το είναι. Τα μάτια σας μεγαλώνουν, μοιάζουν σαν τραβηγμένα προς όλες τις κατευθύνσεις από μια έκσταση δίχως οίκτο. Στο πρόσωπό σας απλώνεται χλομάδα. Γίνεται πελιδνό και υποπράσινο. Τα χείλια σας στενεύουν, κονταίνουν και μοιάζουν σαν να θέλουν να μπουν μέσα. Αγροίκοι και βαθιοί αναστεναγμοί ξεφεύγουν από το στήθος σας, σαν να μη μπορούσε η παλαιά σας φύση να ανεχθεί το βάρος της νέας. Οι αισθήσεις σας αποκτούν καταπληκτική οξύτητα και διεισδυτικότητα. Τα μάτια σας διαπερνούν το άπειρο. Το αυτί σας συλλαμβάνει τους πιο ανεπαίσθητους ήχους μέσα στους οξύτερους θορύβους. Οι παραισθήσεις αρχίζουν. Τα εξωτερικά αντικείμενα παίρνουν όψεις τερατώδεις. Σας αποκαλύπτονται με μορφές άγνωστες ως τότε. Ύστερα παραμορφώνονται, μεταμορφώνονται και τέλος μπαίνουν στο είναι σας η μπαίνετε εσείς μέσα τους. Τα πιο παράδοξα διφορούμενα σας συμβαίνουν, οι πιο ανεξήγητες μεταθέσεις ιδεών. Οι ήχοι έχουν χρώμα, τα χρώματα έχουν μουσική…. Είσαστε καθιστός και καπνίζετε. Νομίζετε ότι καθόσαστε μέσα στην πίπα σας και ότι η πίπα καπνίζει εσάς. Εσείς είστε που αναδύεστε με τη μορφή κυανωπών νεφών. Αισθάνεστε καλά  εκεί μέσα. Ένα μόνο σας απασχολεί και σας ανησυχεί. Με τι τρόπο θα βγείτε από την πίπα; Αυτή η φαντασιοπληξία κρατάει μια αιωνιότητα ένα διάλειμμα νηφαλιότητας σας επιτρέπει ύστερα από μεγάλη προσπάθεια να κοιτάξετε το εκκρεμές. Η αιωνιότητα κράτησε ένα λεπτό. Ένα άλλο ρεύμα ιδεών σας παρασέρνει. Θα σας παρασέρνει για ένα λεπτό στη ζωντανή του δίνη και το λεπτό αυτό θα είναι πάλι μια αιωνιότητα. Οι αναλογίες χρόνου και όντος διασαλεύονται από το άμετρο πλήθος και από την ένταση αισθήσεων και ιδεών. Ζούμε πολλές ανθρώπινες ζωές στο διάστημα μιας ώρας…».
Η Λέσχη των χασισοποτών διαλύθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, αλλά σε επιστημονικό επίπεδο είχε κάνει τη δουλειά της. Το 1846 ο εμπνευστής της, ο  Δρ. Μορό, δημοσίευσε ένα μεγάλο έργο για την κάνναβη, ένα βιβλίο 439 σελίδων, με τίτλο «Για το χασίς και την πνευματική αποξένωση-Ψυχολογική μελέτη (χασίς και ψυχολογική ασθένεια)».

    Ο  Χαρούμενος νεκρός
                        
Θέλω σε γη πολύ παχιά, σαλίγκαρους γεμάτη,
να σκάψω λάκκο μόνος μου, βαθύ, που να μπορώ
τα γέρικά μου κόκαλα ν’ απλώσω με ραχάτι,
κι ως καρχαρίας στο νερό, στη λήθη ύπνο να βρω.

Τις διαθήκες τις μισώ κι οι τάφοι δε μ’ αρέσουν
παρά να παρακάλαγα να ’ρθούν να με θρηνούν,
θα προτιμούσα, ζωντανός, να κράξω όρνια να πέσουν
στο βρομερό μου σκέλεθρο, το αίμα μου να πιουν.

Σκουλήκια! Ω σύντροφοι, χωρίς αυτιά και μάτια, εμπρός!
Να ένας λεύτερος για σας, χαρούμενος νεκρός,
φιλήδονοι φιλόσοφοι, γέννα παλιά της σήψης,

Ελάτε στο κουφάρι μου ριχτείτε δίχως τύψεις
και πείτε μου: μπορεί να δει κι άλλους βασανισμούς
τ’ άψυχο αυτό σαράβαλο, νεκρό μες στους νεκρούς;
                              Σαρλ  Μπωντλερ