Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Κυνηγώντας και ψαρεύοντας στην Αρχαιότητα




Κυνηγώντας και ψαρεύοντας στην Αρχαιότητα

Τα βασικά συστατικά της αρχαίας δίαιτας ήταν το σιτάρι, το κριθάρι, το λάδι και το κρασί. Σε αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε και τα όσπρια, ιδιαίτερα τις φακές, καθώς το γαύρο και τη μαρίδα. Η κατανάλωση του κρέατος είχε από την αρχή συνδεθεί με την τελετουργική σφαγή του βοδιού, του προβάτου, της κατσίκας κατά τη διαδικασία της θυσίας στους θεούς. Για πολλές δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, προτού διαμορφωθεί αυτό το μενού, που μέσα στις χιλιετίες λίγο έχει αλλάξει, την τροφή του ο άνθρωπος ήταν αναγκασμένος να αναζητήσει αποκλειστικά στο κυνήγι. Σε ομάδες όχι πολύ διαφορετικές από τις αγέλες των λύκων, οι άνθρωποι ζούσαν καταδιώκοντας, από κάποια στιγμή με τη βοήθεια εξημερωμένων λύκων, και παγιδεύοντας διάφορα ζώα.
    Σε ένα από τα μικρά συγγράμματα του Ξενοφώντα, τον Κυνηγετικό, χρωστάμε την πληρέστερη περιγραφή του κυνηγιού, κυρίως του λαγού στα βουνά αλλά και στα χωράφια. Περιγράφει ακόμα το κυνήγι του ελαφιού και του αγριόχοιρου, που συναντούσες ακόμα στην Πάρνηθα. Το κυνήγι των πουλιών, με δίκτυα και ξόβεργες. Η περιγραφή είναι εξαντλητική, σχεδόν σχολαστική. Ο κυνηγός ξεκινά νωρίς, το θέρος πριν ξημερώσει, το χειμώνα όμως
μετά την ανατολή, καθώς το κρύο μειώνει τη δυνατότητα όσφρησης των σκύλων. Είναι ελαφροντυμένος, εξοπλισμένος μόνο με ένα ρόπαλο, το λαγωβόλον, ένα είδος μπούμερανγκ, (με ακόντια μόνο αν πάει για ελάφια ή αγριογούρουνα), και συνοδεύεται από ένα βοηθό που φροντίζει να στηθούν τα δίχτυα, στα περάσματα από όπου αναμένεται να προσπαθήσει να διαφύγει ο λαγός.
    Τον κύριο λόγο στο κυνήγι το έχουν τα σκυλιά, κατά προτίμηση θηλυκά, τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς ως προς τη μορφή και τις ιδιότητές τους, τη συμπεριφορά τους κατά την ανίχνευση και μετά τον εντοπισμό του θηράματος. Πιο δύσκολο είναι το κυνήγι του ελαφιού, ενός ζώου πολύ πιο γρήγορου από το σκύλο. Εδώ δεν αποκλείονται και οι παγίδες, για την κατασκευή των οποίων δίνονται επίσης λεπτομερείς οδηγίες. Ακόμα πιο επικίνδυνο, αλλά και με αίγλη ηρωική, είναι βέβαια το κυνήγι του αγριόχοιρου, κυνήγι που απαιτεί ομαδική δράση, μεγάλη τόλμη, και ενδεχομένως απώλειες από την πλευρά τόσο των σκύλων όσο και των κυνηγών. Και εδώ το ζώο καταδιώκεται στο δίκτυ, που είναι στερεά δεμένο ανάμεσα σε δύο δέντρα σε ένα από τα περάσματα του δάσους. Την τελευταία στιγμή το ζώο θα πρέπει ωστόσο να αντιμετωπισθεί πρόσωπο με πρόσωπο από τον κυνηγό που θα το φονεύσει με το ακόντιο ή το προβόλιο, όπως ονομαζόταν η ειδική κυνηγετική λόγχη.
    Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν το κυνήγι ως την πιο κατάλληλη στρατιωτική προετοιμασία, μια άσκηση στην ένοπλη πορεία μέσα από δύσβατους δρόμους, την αντοχή στην ταλαιπωρία και στην πειθαρχία  και γενικά άσκηση του σώματος και των αισθήσεων (όρασης και ακοής).
    Σε αντίθεση με το κυνήγι, το ψάρεμα ποτέ δεν απόκτησε την αίγλη μιας αριστοκρατικής απασχόλησης. Οι ομηρικοί ήρωες είναι γνωστοί και αποκλειστικοί κρεατωφάγοι. Στα ψάρια καταφεύγουν μόνο σε έσχατη ανάγκη, όπως οι σύντροφοι του Οδυσσέα όταν του θέριζε η πείνα. Ο ψαράς είναι κάπως περιθωριακός, χωρίς συμμετοχή στα κοινά, που ζει με το ένα πόδι στη θάλασσα, παλεύοντας με τα στοιχεία της φύσης και διακινδυνεύοντας συχνά τη ζωή του για να βγάλει το ψωμί του. Το ψάρεμα στην αρχαιότητα εκτός από επικίνδυνη τέχνη ήταν και πολύ δύσκολη, με πολλές απαιτήσεις, που δεν αφορούν μόνο στη γνώση ενός ολόκληρου κόσμου που ζει κάτω από την επιφάνεια και στα βάθη της θάλασσας, όπως τα είδη των ψαριών, τους τόπους που
βρίσκονται και τις συνήθειές τους, ακόμη την σωστή εποχή και την κατάλληλη για κάθε είδος τεχνική ψαρέματος. Ο ψαράς πρέπει, όπως ο καλός ναυτικός, να είναι σε θέση να διαβάζει τη θάλασσα και τον ουρανό, να γνωρίζει τα ρεύματα και τους ανέμους και να προβλέπει τις αιφνίδιες μετεωρολογικές αλλαγές. Η τέχνη του απαιτεί επιπλέον φυσική δύναμη, ευκινησία, καλά μάτια και αντοχές στην κούραση, τη δίψα και στην αϋπνία και τόλμη στην αντιμετώπιση των κινδύνων στο απρόβλεπτο θαλασσινό περιβάλλον. Όλα αυτά σε μια εποχή, που δεν γνώριζε άλλη κινητήρια δύναμη εκτός από το κουπί και το πανί για την κίνηση, τα χέρια για το δίχτυ, τα μάτια και την πείρα αντί για τη μετεωρολογική υπηρεσία, τις πυξίδες, τα ραντάρ και τα σόναρ για την πρόβλεψη του καιρού και τον εντοπισμό του θηράματος.
    Τις περισσότερες πληροφορίες για την αλιευτική στην αρχαιότητα τις χρωστάμε σε ένα σύγγραμμα του 2ου μ.Χ. αιώνα, αφιερωμένο στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο, τα Αλιευτικά του Οπιανού από την Κιλικία Στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: Η καλύτερη ώρα για το ψάρεμα μέσα στο Φθινόπωρο είναι το απόγευμα και όταν ανατέλλει το πρωινό αστέρι. Το χειμώνα ο ψαράς πρέπει να ξεκινά με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Την άνοιξη όλη η ημέρα προσφέρεται για ψάρεμα, καθώς τα ψάρια κατευθύνονται για να γεννήσουν στα ρηχά. Ο πιο κατάλληλος καιρός για ψάρεμα είναι όταν έχει μπουνάτσα  με  μικρό κυματισμό και ελαφρύ αεράκι. Τα ψάρια κολυμπούν αντίθετα στον άνεμο και το κύμα, γιατί αυτό τους διευκολύνει να πλησιάσουν στην ακτή. Συνεπώς, ο καλύτερος τρόπος για μια καλή ψαριά είναι να τα απαντήσεις κατά μέτωπο, έχοντας πρύμνο τον άνεμο.
    Ως προς τα υλικά, τα βασικά εργαλεία (το αγκίστρι, το δίχτυ, το κιούρτο και το καμάκι), και οι αντίστοιχες βασικές μέθοδοι του ψαρέματος ελάχιστα έχουν αλλάξει από την αρχαιότητα. Τα αγκίστρια, κυρίως χάλκινα, αλλά και οστέϊνα, ποικίλουν ως προς το μέγεθος ανάλογα με το ψάρι. Για πολύ μεγάλα ψάρια και για το βυθό χρησιμοποιούνται διπλά αγκίστρια. Η πετονιά είναι από στριμμένα μαλλιά αλόγου ή λινάρι. Το ψάρεμα από την παραλία, όπως και με τη βάρκα, γινόταν είτε με το καλάμι είτε ρίχνοντας την πετονιά με το χέρι, με καθετή όπως και από τους αρχαίους ονομάζεται. Για ορισμένα ψαρέματα π.χ. για το ψάρεμα της σφυρίδας, ο πιο κατάλληλος τρόπος είναι η συρτή με ζωντανό ή και νεκρό λαυράκι ως δόλωμα. Το δόλωμα μπορεί να είναι όμως και μια χρωματιστή κλωστή.
    Πολύ λίγο διαφέρει από το σημερινό και το πιο τεμπέλικο αλιευτικό εργαλείο, το αντίστοιχο της παγίδας των ζώων της ξηράς το κιούρτο (το ονόμαζαν κύρτο), ένα πλεκτό καλάθι με είσοδο κωνική από όπου τα ψάρια μπαίνουν τραβηγμένα από ένα δόλωμα (συνήθως ένα ψάρι, κατά προτίμηση ζωντανό), αλλά δεν μπορούν να βγουν, εμποδισμένα από τη στενή εσωτερική πλευρά της εισόδου. Πολύ πιο μεγάλη σημασία για την μεγάλη αλιεία έχουν τα δίχτυα, Το δίκτυ μπορεί να χρησιμοποιηθεί με πολλούς τρόπους. Απλωμένο, όπως σήμερα, σε μια θαλάσσια επιφάνεια κρατημένο πάνω με φελούς, κάτω με μολυβένια βαρίδια, μπορεί να αποκλείσει, όπως στο κυνήγι ένα πέρασμα, παγιδεύοντας έτσι τα ψάρια που μπλέκονται στις θηλιές τους καθώς προσπάθησαν να περάσουν τα δίχτυα. Άλλοτε πάλι με τη μορφή ενός τεράστιου σάκου, που κρατά στο βυθό μια σειρά από μολύβδινα βαρίδια ή και πέτρες και κλείνει στην παρυφή του ένα σχοινί μπορεί καθώς σύρεται, όπως η σημερινή τράτα, από τη βάρκα να σαρώνει τα ψάρια σε διαφορετικά βάθη ή και το βυθό. Είναι πολύ πιθανό ότι το ψάρεμα με αναμένες δάδες, που αναφέρει ο Πλάτων στον Σοφιστή, δεν διέφερε πολύ από το σημερινό πυροφάνι.
Πολύ κοινή ήταν επίσης η πρακτική του ατομικού διχτυού, το οποίο ο ψαράς πέταγε με ένα σκοινί και το τραβούσε πάλι αμέσως σαν μια τεράστια απόχη ( σημερινό πεζόβολο). Ο τέταρτος αντίστοιχος του κυνηγιού με το ακόντιο, τρόπος ψαρέματος, ο οποίος χρησιμεύει αποκλειστικά για τα μεγάλα ψάρια, όπως ο τόνος και ο ξιφίας, είναι η τρίαινα (το καμάκι) από την ξηρά η συχνότερα από τη βάρκα. Δεν μπορούμε να παραλείψουμε τέλος την καταστροφική μέθοδο της δηλητηρίασης των ψαριών. Με πέτρες, κουπιά και κοντάρια παρέσυραν τα ψάρια σε κάποιον όρμο που απέκλειαν με δίχτυα. Ύστερα σκορπίζοντας στη θάλασσα μάζες καμωμένες με πηλό ανακατωμένο με τριμμένες ρίζες από ένα είδος κυκλάμινου (πιθανώς σαν το φλόμο, που χρησιμοποιούσαν οι ψαράδες της περιοχής μας με τις τσέτες), τα ανάγκαζαν ζαλισμένα και παραλυμένα από τη μυρωδιά  του δηλητηρίου να βγουν από τις κρυψώνες τους στην επιφάνεια, όπου δεν είχαν παρά να τα περιμαζέψουν.
    Πέρα από όλα αυτά, τη γνώση των τόπων και των μεθόδων ή την επιδεξιότητα στο χειρισμό των εργαλείων, μια επιτυχημένη αλιευτική στρατηγική προϋποθέτει την πείρα της συμπεριφοράς, την πρόβλεψη των πιθανών κινήσεων των ψαριών και την εκμετάλλευση των αδυναμιών των. Τα ψάρια είναι πονηρά, άλλα περισσότερο, όπως ο κέφαλος και το λαυράκι, άλλα λιγότερο, όπως τα ψάρια της ανοικτής θάλασσας. Ο Οππιανός περιγράφει την απεγνωσμένη προσπάθεια του κέφαλου να πηδήξει πάνω από το δίχτυ, ή το λαυράκι που τρυπώνει σκάβοντας την άμμο για να περάσει κάτω από αυτό.
    Ο μεγάλος σύμμαχος του ψαρά σ’ αυτόν τον αγώνα είναι οι αδυναμίες των ψαριών. Είναι περίεργο το πάθος του σαργού για την κατσικίσια μυρωδιά. Ο Οππιανός και ο Αιλιανός περιγράφουν πως, όταν κατακαλόκαιρα το μεσημέρι οι βοσκοί κατεβάζουν στη θάλασσα τις κατσίκιες για να δροσιστούν, τα ψάρια ξαφνικά τρελαίνονται και μαζεύονται γύρω τους, και πως οι ψαράδες εκμεταλεύονται αυτή την αδυναμία για να τα πιάσουν. Η μεγαλύτερη αδυναμία των ψαριών είναι βέβαια η λαιμαργία. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή, πάλι από τον Οππιανό της τεχνικής του ψαρέματος της σφυρίδας στην πατρίδα του την Κιλικία: Αφού με πολύ θόρυβο, χτυπώντας ξύλα, συγκεντρώσουν τα ψάρια σε ένα μέρος, καταφέρνουν με το συστηματικό, καθημερινό τάϊσμα να τα εξημερώσουν σε βαθμό που αυτά με ανυπομονησία να αναμένουν τη βάρκα, οι ψαράδες τα ταϊζουν με το χέρι και αυτά μαθαίνουν να υπακούουν στην κάθε κίνηση του χεριού, έτσι που στο τέλος να πιάνονται εύκολα.

Πηγή: Άρθρο του Γιώργου Σταινχάουερ, Αρχαιολόγου τ. Εφόρου Αρχαιοτήτων, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΄΄Πειραϊκό Ορόσημο΄΄ και εκδίδεται από το σύλλογο ΄΄ Οι φίλοι του Αρχαιολογικού Μουσείου Πειραιά΄΄ του οποίου είμαι μέλος.

Δημήτρης Τουτουντζής