Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

TA KITΡINΑ ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ....



TA KITΡINΑ ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ....

Του Τάκη Σπετσιώτη

΄Ολα τα τρελλά σήμερα συμβαίνουνε. Δεν φτάνει που, απ' το πρωί, χτυπάει το τηλέφωνο και μια μουρλή μού ζητάει ''Τον κύριο Αντώνη Σπετσιώτη, παρακαλώ..','
και τής απαντάω ''Λάθος κάνετε'', κι εκείνη, σα να θέλει ν΄ακούσει τη συνέχεια του μυθιστορήματος, μού ξαναχτυπάει το τηλέφωνο, με ακόμα πιο υποβλητική φωνή, σαν από το υπερπέραν: ''Τον κύριο Αντώνη Σπετσιώτη, παρακαλώ...'', και τής απαντάω: ''΄Ασε με, κυρά μου με τον μπάρμπα μου που ΄ναι πεθαμένος πενηνταπέντε χρόνια τώρα...'', και εξακολουθεί : ''Μήπως είχε πεθάνει στην Αμερική;'' '' Ωχ, βρε καλή μου! Ποια Αμερική, στην Καστέλλα πέθανε ο άνθρωπος... Στην Αμερική πέθανε ο αδερφός του, ο θείος μου ο Γιώργης, θεός σχωρές τον... βρε μανία με τους νεκρούς μπαρμπάδες μου, πρωί πρωί...'' '' ΄Οχι, τον Αντώνη Σπετσιώτη εξ Αμερικής ψάχνω...'' '' Ε, τι να σου πω, κυρά μου, κάνε ένα συνδυασμό πληροφοριών από το 11880 με τον Χρυσό Οδηγό του Κάτω Κόσμου, και...'', - δεν φτάναν όλ' αυτά λοιπόν, αλλά και, πάνω στη χαρά μου που είδα στο πλατύ πεζοδρόμιό μας για πρώτη φορά, μετά από κανά εικοσαήμερο, οδοκαθαριστή - αχ κι εμπνεύστηκα! βλέποντάς τον να σαρώνει τα νεκρά φθινοπωρινά φύλλα που σχημάτιζαν βουναλάκια, και, να τι θα
γράψω, κάτι ποιητικόν, είπα κι εγώ από μέσα μου -, βγαίνω ο καλός σου μετά από λίγο για δουλειές, και βρίσκω το πεζοδρόμιο ως επί το πλείστον ασκούπιστον,- έννοια σας όμως- τσακώνω και τον οδοκαθαριστή λίγο πιο κάτω, στο πάρκο-, έννοια σας, τώρα θα σάς τον φτιάξω εγώ..  '' Γιατί το αφήσατε, καλέ, μισό;'', του λέω μ' αναστεναγμό.
'' Δεν ειν' η δουλειά μου κύριε...είναι μιας κοπέλλας που τώρα διορίστηκε σε γραφείο του δήμου...εκεί που τα ξύνουνε, δηλαδή.. κι η άλλη μία είναι σε άδεια, τη Δευτέρα επιστρέφει.. κι είναι κι η εποχή που πέφτουνε και τα φύλλα.. όσο νάναι πολλή δου- λειά..'' Ακούω αυτό το τελευταίο, που λέτε, και, πάνω σ’ εκείνο το « η εποχή που πέφτουνε τα φύλλα» με πιάνει ανατριχίλα.Και γυρίζοντας απ' τις δουλειές, βλέποντας κι έναν άλλον με κείνο το μηχάνημα που πλένουνε με το νερό ζζζζζζζ στο πεζοδρόμιό μας, του λέω: '' Μπράβο! Κάντε το όλο, ε;''και με διαβεβαιώνει μισό-μουγγά : ''Ναι..'' Και δεν προλαβαίνω να βγω στο μπαλκόνι, και ασκούπιστο ξανά το πεζοδρόμιο, και άφαντος κι αυτός με το νερό. Αλλά, νάτηνε, αυτή θα είναι, θα γύρισε απ’ την άδεια, τη βλέπω, πίσω απ' τα δέντρα, κατεβαίνει, με τη στολή : γαλάζιο παντελονάκι, πορτοκαλί μπλουζάκι, κι είναι και χοντρή, σα το βαπόρι το ''Πορτοκαλής ΄Ηλιος'' να μπαίνει στο λιμάνι της Ερμιόνης, τα χρόνια εκείνα τα παλιά, μού μοιάζει, κρεμιέμαι στο μπαλκόνι μου : ''Συγγνώμη, εσείς του δήμου, δεν είστε;'' τη ρωτώ, δείχοντάς της το πεζοδρόμιο μες στα κίτρινα φύλλα, κι αντί για τη μπουρού την αλησμόνητη του ''Πορτοκαλή ΄Ηλιου'', ακούω μία αδύναμη, ανυπεράσπιστη φωνούλα : ''΄Hμασταν έντεκα κύριε, και μείναμε τέσσερις υπάλληλοι..τι να πρωτοπρολάβουμε;'' Κι, αντί να σκουπίσει, απομακρύνεται με μια νωχέλεια σαν του βαποριού κι αυτή... ΄Ετσι μού είστε, υπάλληλοι του δήμου;  Βουτάω μια σκούπα, κατεβαίνω στο τσακίρ κέφι, κι αρχίζω να σαρώνω πεσμένα, κίτρινα, νεκρά φθινοπωρινά φύλλα εγώ ο ίδιος, μόνος μου καλέ, ιδιωτική πρωτοβουλία, πώς το λένε;  Τι ποιητικό – μετά απ’ όλ’ αυτά, να κάτσω και να γράψω γι αυτά τα φύλλα τα νεκρά τα φθινοπωρινά, στην ηλικία μου, -μού λέτε; Οι ποιητές στη χώρα μας φεύγουνε νέοι, ρομαντικοί, νωρίς, Καρυωτάκης- Πολυδούρη και ούτω καθεξής, αν στην Ελλάδα ζήσεις, θέλεις δε θέλεις Νίκος Τσιφόρος - Παύλος Παλαιολόγος του κωμικοτραγικού θα καταντήσεις...