Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Καπετάν Ρέμπελος, ένας θρύλος μια ιστορία



Του Γιάννη Λακούτση
 
Μια από  τις  θρυλικές  μορφές  του  Μακεδονικού αγώνα  και  όχι  μόνο,  υπήρξε  ο  καπετάν  Ρέμπελος, όπως  έμεινε  στην  Ιστορία, ο  αξιωματικός  του  Ελληνικού Στρατού, Χρήστος  Τσολακόπουλος (1868-1923). Γεννήθηκε  στην  Επίδαυρο  Αργολίδας, γιος  του  τελώνη Νικολή  Τσολακόπουλου  και  της  Ανθής  Ιωάννου. Μαθήτευσε στο  Ναύπλιο  και  μετά  από εξετάσεις  μπήκε  στη  Σχολή  Υπαξιωματικών. Στον  πόλεμο  του  1897,  μαθητής  ακόμα,  πολέμησε  και  τραυματίστηκε.  Στη  διάρκεια  του  Μακεδονικού  Αγώνα,  κατατάχτηκε  στο Σώμα  του  λοχαγού, αργότερα  στρατηγού,  Καλομενόπουλου  ( Νίδα),  με  το βαθμό  του  ανθυπολοχαγού  και  με  το  όνομα  Καπετάν  Ρέμπελος. Έμεινε  ιστορική  η  περιπέτεια  του  ίδιου  και  των  αντρών  του, στις  16  Απριλίου  1905 όταν  προδομένοι  περικυκλώθηκαν  από  τους  Τούρκους  στην  Μπελκαμένη, σημερινή  Δροσοπηγή  Φλώρινας.  Για  το  γεγονός  αυτό  μιλάει, στην  εφημ.  ΣΚΡΙΠ  11 Μαίου  1905,  ο  Ι.Ηλιάδης,  αντάρτης  του  Ρέμπελου:  «  Τα  χαράγματα  της  Μεγάλης  Παρσκευής εφθάσαμεν  εις  το  χωριό  Βαλκαμένι  της  Φλωρίνης.  Εκεί  εμείναμεν  όλην  την  Μ.Παρασκευήν  και  το  εσπέρας 
ακούσαμεν  την  ακολουθίαν  του Επιταφίου.  Είχομεν  σκοπόν  μετά  μίαν  ώραν  ν’  αναχωρήσωμεν  δια  τα  λημέρια. Δυστυχώς  μας  εξύπνησαν  μισή  ώρα  πριν  χαράξη,  και  συγχρόνως μας  ειδοποίησαν  ότι  είμεθα  τελείως  κυκλωμένοι  από  πολυαρίθμου  τουρκικού  στρατού… Ο  καπετάν  Ρέμπελος  εκάλεσε  τότε  ιδιαιτέρως  μερικούς  από  τους  πρώην  υπαξιωματικούς  και  μας  είπεν  ότι  η  επιχείρηση  αυτή  δεν  είναι  έξοδος,  αλλά  θυσία. 

Είμεθα  όμως  αναγκασμένοι  να την  κάμωμεν,  προσέθεσε,  δια  να  αποσπάσωμεν  την  προσοχήν  του  τουρκικού  στρατού,  ούτως  ώστε  το  κύριον  σώμα  να  κατορθώσει  να  διαφύγει  από  άλλο μέρος  του  χωρίου,  όπου  η  πολιορκία  ήθελε  χαλαρωθεί. .. Η  θέσις  μας  ήτο  κρίσιμος,  αλλά  κατορθώσαμεν  εκείνο  το  οποίον  προέβλεψε,  επεδίωξεν  ο  καπετάν  Ρέμπελος,  δηλαδή  να  περισπάσωμεν  την  προσοχήν  του  στρατού,  ούτως  ώστε  να  δοθεί  διέξοδος  εις  το κύριον  σώμα.  Πρώτος  έπεσεν ο  νεαρός  Καπετανάκης,  αντάρτης  καταγόμενος  από  το  Χέλι. Επειδή  έπεσε  πλησίον  μου,  ηθέλησα  να  του  δώσω  βοήθειαν.  Δυστυχώς  είχε  πληγωθεί  εις  την  κοιλίαν  και   εξέπνεε… Εφονεύθησαν  πέντε  και  επληγώθησαν  εξ.  Την  αυτήν  στιγμήν  επληγώθη  και  ο  καπετάν  Ρέμπελος,  εις  την  πτέρναν  του  δεξιού  ποδός,  καθώς  και  ο  αντάρτης  Κέντρος…».  Για  τη  δράση  του  στον  Μακεδονικό  Αγώνα,  αξιώθηκε  ν’  απαθανατιστεί  από τη  λαϊκή  Μούσα:
Λεβεντιά  καμαρωτή / μέσα  στα  βουνά,  στα  δάση,
Που  προβάλλεις  με  σπαθί /την  Πατρίδα  να  δοξάσεις.
Φεύγουν  οι  εχθροί  μας,  παν, / κάθε  βούλγαρος  αντάρτης,
φεύγουν, πίσω  δεν  κοιτάν,  / ποιός  θε  να  σταθεί  μπροστά  της;
Γεια  σου,  Ρέμπελε  αητέ, / Ρέμπελε χρυσέ  λεβέντη,
με  ντουφέκι,  με  σπαθί  / ποιος  το  είδε  τέτοιο  γλέντι;
 Ακούραστος,  ο  Τσολακόπουλος,  συνέχισε  τη  δράση  του  στην  πρώτη  γραμμή.  Το  1912  τον  βρίσκει  πρώτα  Υπασπιστή  και αργότερα  Διοικητή,   στο  8ο  Σύνταγμα  Πεζικού  της IV Μεραρχίας.   Στο  βιβλίο  του,    «Οι  πόλεμοι  του  1912-13»,  ο Σπύρος  Μελάς  γράφει:  «Ο Υπασπιστής  του  Ογδόου  Συντάγματος,  Λοχαγός  Τσολακόπουλος… δεν  ήθελε  να  ξεκαβαλικέψει,  ενώ  οι  σφαίρες  σφύριζαν  γύρω  του.  Καβάλα  έδινε  οδηγίες  στους  Αξιωματικούς  και  ψύχωνε  τους  φαντάρους»  και  παρακάτω:  «…δέχτηκε  στην  αγκαλιά  του  τον  βαριά  τραυματισμένο  αυτή  τη  στιγμή  Ανθυπολοχαγό  Ιωαν.  Μουτζουρίδη    (κατοπινό  Υπουργό  Εσωτερικών)  από το  Ναύπλιο,  τον  φίλησε  και  του ’ σφιξε  το  χέρι. Η  ανδρεία  του  πήρε  μυθικές  διαστάσεις  όταν  συμμετείχε  στην  περίφημη  εκστρατεία  της  Ουκρανίας.  Τον Γενάρη  του  1919,  το  34ο  Σύνταγμα  Πεζικού  που  αποτελούσε  τμήμα  του  Ελληνικού  Εκστρατευτικού  Σώματος  στην  Ουκρανία,  επιβιβάστηκε  στα  οπλιταγωγά.  Διοικητής  ο  Συνταγματάρχης  Χρήστος  Τσολακόπουλος.  Στην  επιβίβαση  βρισκόταν  και  ο  αρχηγός  Πεζικού  της  Μεραρχίας  Συνταγματάρχης  Γαργαλίδης,  που  αποχαιρετώντας  το  Σύνταγμα  μεταξύ  άλλων  είπε:  «  Τον  δρόμον,  που  φέρει  εις  την   δόξαν,  τον  γνωρίζετε.  Σας  τον  δεικνύει  πάντοτε  ο  ηρωικός  σας  Συνταγματάρχης  Τσολακόπουλος- Ρέμπελος  με  τους  αγώνας  του  και  το  αίμα  το  οποίον  τοσάκις    έχυσε  δια  την  Πατρίδα  μας…» Στις  5-1-1919  το  οπλιταγωγό  «Τigre», με  προορισμό  την  Οδησσό,   αγκυροβόλησε  στο  λιμάνι  της  Πόλης. Αξιωματικοί  και  οπλίτες,  με  τα  μάτια  βουρκωμένα,  κοίταξαν  την  πόλη  των  ονείρων  του  Ελληνισμού. Μαζί  τους  και  ο  Τσολακόπουλος.  Έχοντας  πλάι  του  τον  Αρχιμανδρίτη  Παντελεήμονα  Φωστίνη,  που  συνόδευε  το  Σύνταγμα  ως  ιερέας  του,  είπε  με  συγκίνηση:  « Αγωνίζομαι  για  την  Πατρίδα  μου  είκοσι  πέντε   χρόνια  τώρα.  Το  σώμα  μου  εγέμισε  πληγές  για  την  τιμή  της,  και  τη  δόξα  της  και  τώρα   ανακουφίζομαι.  Αυτή  τη  στιγμή  που  το  βλέμμα  μου  χαϊδεύει  την  πόλη  των  ονείρων  της  φυλής  μας,  πληρώνονται  οι  κόποι  μου  και  το  αίμα  μου  που  έχω  χύσει.». Φτάνοντας  στην  Οδησσό,  μετά  από  δυο  ημέρες,  οι  Έλληνες  της  πόλης  δεξιώθηκαν  τους  Έλληνες  στρατιώτες.  Σε  όλη  τη  διάρκεια  του  δείπνου  ο  ενθουσιασμός  ήταν  απερίγραπτος. Ξαφνικά  «  από  το  βάθος  της  αιθούσης  ακούσθηκε  μια  αρμονία  γλυκειά  από  ώμορφες  πολλές  φωνές  με  μανδολίνα  και  κιθάρες:  Λεβεντιά  καμαρωτή / μέσα  στα  βουνά,  στα  δάση…»
Στις  6 Μαρτίου  1919  το  βαπόρι  στο  οποίο  επέβαινε  ο  καπετάν  Ρέμπελος,  άφηνε  το  λιμάνι  της  Οδησσού.  Τις  προηγούμενες  ημέρες,  ο  επίατρος  Σμπαρούνης,  είχε  υποβάλλει  εμπιστευτική  έκθεση  στο  Γενικό  Στρατηγείο   σχετικά  με  την  κακή  κατάσταση  της  υγείας  του  ηρωικού  Συνταγματάρχη.  Την  παραμονή  της  αναχώρησης,  στην  αποχαιρετιστήρια  Διαταγή,  ο Συνταγματάρχης  Χρήστος  Τσολακόπουλος,  έγραψε  μεταξύ  άλλων: « Δεν  επιχειρώ  ούτε  δύναμαι  να  εκφράσω  τον  πόνον,  τον  οποίον  αισθάνομαι  αποχωριζόμενος  υμών, τους  οποίους  τόσον  ηγάπησα  και  με  τους  οποίους  τόσον  αδελφικώς  συνεδέθην.  Η  υγεία  μου  δεν  επιτρέπει  πλέον  να  παραμείνω  εις  τον  στρατόν.  Απέρχομαι  εις  την  οικίαν  μου,  ίνα  αποθάνω  εκεί,  αφού  δεν  δύναμαι  να  σας  παρακολουθώ  παντού  και  να  συμμερίζομαι  τους  κόπους  και  τους  κινδύνους  σας, όπως  αρμόζει  εις  αληθή  αρχηγόν  και  πατέρα…».
 Όταν  αποστρατεύθηκε  το  1920,  ήταν  μοναδική  η  γιορτή  που  του  έστησαν  συνάδελφοί  του στον  πευκώνα,  μπροστά  από το  Στρατηγείο  της  Θεσσαλονίκης.  Η  μουσική  της  φρουράς  παιάνιζε  κατά  την  είσοδό  του  στον  πευκώνα  το  « Εμβατήριο  του Ρέμπελου».  Πέθανε  στο  Ναύπλιο  στις  10 Φεβρουαρίου   του  1923.




Πηγές: «  Ο Ελληνικός  στρατός  στη  Ρωσσία» ( Παντ. Φωστίνη),  εφημερ.  ΣΚΡΙΠ,  ΕΜΠΡΟΣ    περιοδ.  Ν. Εστία  τ.  1557.