Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

ΕΝΑΣ ΓΑΛΛΟΣ ΕΞΩΜΟΤΗΣ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟ ΤΟΥ ΑΛΗΠΑΣΑ



Δημήτρης Τουτουντζής.

    Ένας Αλσατός κατώτερος αξιωματικός των ουσάρων, αφού πολέμησε στην Αίγυπτο κατά της εισβολής της γαλλικής στρατιάς και αιχμαλωτίσθηκε από τους Άγγλους, ξαναγύρισε στη Γαλλία. Εκεί φυλακίσθηκε για τα φιλοβασιλικά του φρονήματα αλλά κατόρθωσε να δραπετεύσει το 1803 και να καταφύγει, σε ηλικία 26 χρόνων, στην Κωνσταντινούπολη όπου τούρκεψε, πήρε το όνομα Ibrahim Manzour εφέντης και εντάχθηκε στον οθωμανικό στρατό με το βαθμό του συνταγματάρχη. Δεκατρία χρόνια αργότερα, το 1816, τον βρίσκουμε στα Γιάννενα, διοικητή του πυροβολικού του Αληπασά. Ήταν τυχοδιώκτης, απροσάρμοστος τύπος, ανυπότακτο στοιχείο. Κατάντησε μισθοφόρος του Αλή ύστερα από περιπέτειες και περιπλανήσεις σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Το 1809 εγκατέλειψε τον τουρκικό στρατό και γύρισε στη Γαλλία όπου κινδύνεψε να ξανασυλληφθεί. Δραπέτευσε όμως και ξανάρχισε τις περιπλανήσεις του στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αναζητώντας εργοδότη: Πετρούπολη, Σουηδία, Δανία, Βεστφαλία (1811), Βιέννη (1813), Βοσνία, πάλι Κωνσταντινούπολη, πάλι Ρωσία (1814), Τεργέστη, Σικελία (1815). Όταν πια έγινε η παλινόρθωση αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Από τη Μεσσήνη, με το καράβι του Λάζαρου Μπρούσκου, έφτασε στην Ύδρα ελπίζοντας να βρει πλοίο για Μασσαλία. Θα σε πάρω στο δικό μου, του είπε ο Μανώλης
Τομπάζης. «Μιλούσε καλά γαλλικά και ήταν καλλιεργημένος άνθρωπος», γράφει ο Ιμπραήμ. Ο Γάλλος περίμενε τρεις μήνες, τίποτα. Ανυπόμονος πέρασε στις Σπέτσες κι’ από κει στο Ναύπλιο. Βγαίνοντας στο μουράγιο είδε ν’ ανεβάζουν ένα πελώριο κανόνι. Το έσερναν 300 Έλληνες με σκοινιά. Τούρκοι έφιπποι και πεζοί είχαν κυκλώσει τους αγγαρεμένους και οι τσαούσηδες του πασά χτυπούσαν αλύπητα με ραβδιά. Ζύγωσε ο Ιμπραήμ το διοικητή του πυροβολικού Κούρτ-αγά και του είπε: Τι κάνετε εδώ, δεν ανεβαίνει έτσι το κανόνι, θα καταστραφεί από τις πέτρες. Τους έδειξε τα χαρτιά του – είχε μπουγιουρντί του πασά του Βελιγραδίου – και ανέλαβε τη δουλειά. Έστρωσε κυλινδρικά ξύλα αλειμμένα με λίπος (κατρακύλια), τοποθέτησε απάνω το κανόνι, το έζεψε σε τέσσερα άλογα και σε τρεις ώρες το έστησε στο κάστρο. Το έμαθε ο Ρεγκίμπ πασάς του Ναυπλίου και τον διόρισε αξιωματικό της φρουράς παρά τη θέλησή του. Ωστόσο μ’ όλο που του πρόσφερε σπίτι και τιμάριο δραπέτευσε ύστερα από τρεις μήνες. Βγήκε στο Άργος, γνώρισε τον Κιαμήλμπεη στην Κόρινθο και πέρασε στη Ναύπακτο όπου ο Σαλήμπεης, γιος του Αλή, τον έπεισε να ταξιδέψει στα Γιάννενα.
    Τρία χρόνια θα υπηρετήσει τον Αλή. Αναγκαστικά, γιατί ο Αλής, κρίνοντάς τον απαραίτητο, απαγόρευε την έξοδό του από το πασαλίκι. Τελικά, το 1819, κατόρθωσε να δραπετεύσει από τα Γιάννενα.
    Αλλά μέσα σ’ αυτή την τριετία πολλά είδε και πολλά άκουσε. Μουσουλμάνος όπως ήταν - μιλούσε άψογα τουρκικά – και σε σπουδαίο στρατιωτικό πόστο, είχε στενή γνωριμία με τον Αλή, έμπαινε και έβγαινε στα σαράγια του, παρατηρούσε και μάθαινε, για πρόσωπα και πράγματα, για τον ίδιο το βεζίρη, για το χαρακτήρα του και την προσωπική του ζωή και κυρίως για τα μυστικά της τυραννίας του.
    Καρπός της θητείας του στην Αυλή του Αληπασά ήταν ένα χρονικό που κυκλοφόρησε το 1827, μια σύνθεση από προσωπικές εμπειρίες γύρω από το  βίο και την πολιτεία του Αληπασά και από διάφορα γεγονότα αυτής της περιόδου, όπως η παράδοση, το ξεπούλημα όπως την αποκαλεί, της Πάργας από τους Άγγλους. Είναι απλός και σαφής
και οι πληροφορίες, του χρονικού του αποτελούν σπουδαία συμβολή στην ιστορία της τελευταίας περιόδου της ηγεμονίας του Αληπασά. Είχε εγκατασταθεί στο σπίτι ενός Τούρκου από τους κυριότερους αξιωματούχους του βεζίρη και μπορούσε να αντλεί έγκυρες πληροφορίες για τα συμβαίνοντα στο πασαλίκι. Οι σχέσεις του με το σατράπη δεν ήταν καλές. Πρώτα-πρώτα γιατί δεν δεχόταν την παραίτησή του και την έξοδό του από τη χώρα. Μια μέρα που επανέλαβε το αίτημα, είπε ο Αλής: Καλά, αφού θέλεις να φύγεις, να φύγεις. Αλλά το κεφάλι σου, θα μείνει εδώ!
    Έπειτα, δεν του πλήρωνε τους μισθούς που είχαν συμφωνήσει. Κι’ όταν το 1817 αξίωσε την εξόφληση, ο βεζίρης, βλέποντάς τον καλοντυμένο, του λέει: Όταν φοράει κανείς τέτοιες γούνες είναι πλούσιος και δεν έρχεται να με συγχύζει στα καλά καθούμενα για λουφέδες. Μην κάνεις έτσι, θα τους πάρεις τους λουφέδες μια μέρα, δε θα τους χάσεις! – Τις γούνες τις είχα πριν κλειστώ στα Γιάννενα! – Καλά, καλά θα τους πάρεις όλους μαζί. Στο μεταξύ, αν έχεις ανάγκη από λεφτά, δώσε στο ντελάλη να σου πουλήσει μία γούνα. Θα εξοικονομηθείς έτσι πεντέξη μήνες.
    Καθώς ανεβοκατέβαινε ο Ιμπραήμ στο κάστρο της Λιθαρίτσας έβλεπε τις εκτελέσεις και τα βασανιστήρια έξω από το σαράι. Τον Απρίλιο του 1818 ο Αλής πρόσταξε να κλείσουν στο κλουβί της περίφημης λεοπάρδαλης του κήπου του έναν Αρβανίτη που έκλεψε 30.000 πιάστρα, από το ταμείο του, μ’ όλο που έσπευσε να επιστρέψει το ποσό. Αλλά τη θηρίο έδειξε απροθυμία να κατασπαράξει το μελλοθάνατο.  
    «Οι Αλβανοί προσπάθησαν να εξαγριώσουν τη λεοπάρδαλη χτυπώντας την με ραβδιά που περνούσαν από τα κάγκελα. Εκείνη τα δάγκωνε με μανία και τα θρυμμάτιζε σαν να ήταν καλάμια. Τότε οι δήμιοι πρόσταξαν τον άνθρωπο που ήταν κλεισμένος στο κλουβί να αγκαλιάσει τη συγκάτοικό του. Τον τρυπούσαν με τα χαντζάρια τους στο λαιμό και στη ράχη ώστε να τον εξαναγκάσουν να επιτεθεί εναντίον της. Ο δύστυχος κατάδικος, ολόγυμνος. Είχε κουλουριαστεί σε μια γωνιά και προσευχόταν. Έσκυβε το κεφάλι του προς τον πλευρά που τον τρυπούσαν τα χαντζάρια και εκλιπαρούσε τους δημίους του να τον αφήσουν να αποτελειώσει την προσευχή του. Βλέποντας όμως ότι τα βάσανά του μεγάλωναν φώναξε κάποια στιγμή: Ε, λοιπόν, ας είναι μάρτυρές μου ο Θεός και ο Προφήτης, το αίμα μου στο κεφάλι σας!
   Την ίδια στιγμή αγκάλιασε τη λεοπάρδαλη που δάγκωνε τα ραβδιά των Αλβανών. Μόλις το θηρίο ένοιωσε πάνω του τον άνθρωπο, ρουθούνισε και του έδωσε ένα χτύπημα στο κεφάλι με το πόδι, ακριβώς όπως κάνουν οι γάτοι. Αίμα τινάχτηκε από την πληγή. Ο άνθρωπος σωριάστηκε κατά γης και η λεοπάρδαλη άρχισε να πηγαινοέρχεται στο κλουβί πατώντας αδιάφορη πάνω στο σώμα του πληγωμένου. Ανέφεραν στον Αλή τη συμπεριφορά του θηρίου και κείνος πρόσταξε να ζέψουν δύο άλογα στο κλουβί (είχε τροχούς) και να το σεργιανίσουν στους δρόμους της πόλης, έτσι όπως ήταν με τη λεοπάρδαλη και τον άνθρωπο. Αλλά το θηρίο αρνήθηκε να τον κατασπαράξει».
    Τον έβγαλαν ύστερα από τέσσερες ώρες και τον αποκεφάλισαν, Οργισμένος ο Αλής για την ανυπακοή της λεοπάρδαλης πρόσταξε να την στείλουν στη Μπονέλα, ένα εξοχικό σαράι. «Ήμουν αυτόπτης μάρτυρας¨, γράφει ο Ιμπραήμ.
    Ο Πουκεβίλλ γράφει ότι ο δύστυχος Έλληνας αφού γλύτωσε από τα νύχια της λεοπάρδαλης κομματιάστηκε μόλις βγήκε από το κλουβί. Η ακρίβεια του φρικαλέου αυτού περιστατικού επιβεβαιώνεται από το σύγχρονο και αυτόπτη Κουτσαλέξη, σφραγιδοφύλακα του Αλή. Ο Αραβαντινός γράφει ότι το επεισόδιο έγινε τον Ιανουάριο του 1819. Η λεοπάρδαλη ζούσε το 1822. Την είδε ο Κουτσαλέξης, ύστερα από το χαλασμό του Αλή, σ’ ένα χωριό της Άρτας. Κάποιος την είχε κλέψει.                
    Στους γάμους του Σαλήμπεη, τριτότοκου γιου του Αλή, πασά της Ναυπάκτου, που έγινε στα Γιάννενα το 1817, όλοι οι υπήκοοι, από πολιτείες και χωριά, και όλες οι συντεχνίες προσφέρανε υποχρεωτικά δώρα. Έτσι στο βεζίρη και στο νεόνυμφο δεν κόστισε ούτε παρά ο γάμος. Απεναντίας συσσώρευσαν πλούτη. «Επί ένα μήνα επικρατούσε αφόρητος συνωστισμός στα Γιάννενα. Άλογα, μουλάρια, κριάρια, πουλερικά συγκεντρώνονταν στο σπίτι του μπέη. Οι φτωχιές χωριάτισσες προσέφεραν ξύλα και μέλι. Βάδιζαν σέρνοντας  τα κουρέλια τους, το ένα χωριό μετά το άλλο, μαζί με τους άντρες και τους πατεράδες τους. Τις συνόδευαν Αλβανοί στρατιώτες που τις υποχρέωναν, χτυπώντας τες μα ραβδιά, να τραγουδούν. Οι γυναίκες έμπαιναν στο χαρέμι κι απίθωναν τα πεσκέσια. Οι άντρες καρτερούσαν στην αυλή του σαραγιού». 
    Την ημέρα των γάμων του Σελήμπεη δύο τσιγγάνοι ανέβηκαν στον ψηλότερο πύργο και ρίχτηκαν στο καλντερίμι. Η εκδήλωση αυτή σήμαινε ότι θυσιάζονταν για να ευτυχήσει ο γαμπρός. Σακατεύτηκαν αλλά επέζησαν. Η αμοιβή τους ήταν 20 ρουμπιέδες
(41 φράγκα) και μια οκά μπομπότα την ημέρα. Το περιστατικό αναφέρει και ο Πουκεβίλλ: Ο τσιγγάνος ρίχτηκε στο κενό φωνάζοντας: Να πάρω το κακό σου αφέντη! Δηλαδή να πέσει στο κεφάλι του ό,τι κακό μελλόταν να γίνει στο γαμπρό. Ο Πουκεββίλ αναφέρει και μια άλλη περίπτωση έσχατου ξεπεσμού. Ένας Έλληνας από τα περίχωρα της Άρτας χώθηκε σ’ ένα βαθούλωμα του δρόμου για να καλυφθεί το κενό και να ευθυγραμμισθεί το έδαφος ώστε να περάσει η καρότσα του Αλή χωρίς να ενοχληθεί ο Υψηλότατος. Σακατεύθηκε κι’ αυτός αλλά αμείφτηκε με ισόβια χορηγία μιας οκάς ψωμιού την ημέρα.
    Ο Γάλλος εξωμότης ιστορεί τον πανικό που επικρατούσε στα Γιάννενα όταν περνούσε η άμαξα με γυναίκες του χαρεμιού. Όλοι οι άντρες έπρεπε να εξαφανιστούν ή να ξαπλωθούν μπρούμυτα καταγής.
    Ο Αλής άλλαζε συχνά, δύο και τρεις φορές την ημέρα σαράι. Σε καθένα υπήρχε και το απαραίτητο γυναικείο κοπάδι. Αλλά ο βεζίρης, όπως και οι γιοί του, φρόντιζε να παίρνει μαζί του τις ευνοούμενες από άλλα χαρέμια. Η μεταφορά γινόταν με άμαξα κι’ αποτελούσε ένα από τα μεγάλα δεινά των κατοίκων. Οι καρότσες είχαν αντί για τζάμια παραπετάσματα που έπεφταν ως τις ρόδες. Στρατιώτες και μαύροι ευνούχοι έφιπποι, οπλισμένοι ως τα δόντια, συνόδευαν τις άμαξες με τις οδαλίσκες. Αλλά δεν ήταν αρκετές όλες αυτές οι προφυλάξεις, γράφει ο Ιμπραήμ. «Υπήρχε αυστηρή διαταγή: κάθε άντρας που θα βρισκόταν στο δρόμο έπρεπε να τρέξει μ’ όλη του τη δύναμη και να χαθεί στο πρώτο στενό ή να τρυπώσει σ’ ένα σπίτι. Οι έμποροι που βρίσκονταν στα μαγαζιά τους έπρεπε, μόλις έβλεπαν να ζυγώνει η καρότσα, να πέσουν μπρούμυτα με το πρόσωπο προς το βάθος του μαγαζιού και τα πόδια προς το δρόμο. Οι παραβάτες της διαταγής σφάζονταν επί τόπου από τους ευνούχους ή τους στρατιώτες της συνοδείας. Μόνο οι γυναίκες απαλλάσσονταν απ’ αυτή την υποχρέωση. Οι άντρες, νέοι ή γέροι, μικροί ή μεγάλοι, φτωχοί ή πλούσιοι, έπρεπε να δαγκώσουν χώμα. Μια μέρα που βρισκόμουν σ’ ένα υφασματάδικο αναγκάστηκα να ξαπλώσω κατάχαμα. Πολλές φορές, όταν κυκλοφορούσα έφιππος, σπιρούνιζα τα’ άλογο και εξαφανιζόμουν με καλπασμό ή αν ήμουν πεζός έτρεχα σαν τρελός για να γλυτώσω. Πολλοί έχασαν τη ζωή τους επειδή δεν βιάστηκαν ή δεν ήξεραν το βάρβαρο αυτό έθιμο. Βέβαια φρόντιζαν οι ντελάληδες να ειδοποιούν τον κόσμο κραυγάζοντας «χαρέμι!, χαρέμι!». Αλλά ο νεοφερμένος, ανύποπτος επαρχιώτης, εξακολουθούσε το δρόμο του, βαδίζοντας σε σίγουρο θάνατο».
    Περιγράφει επίσης την τελετουργία των γευμάτων του Αλή και τα σχολαστικά μέτρα που έπαιρνε από φόβο μήπως τον δηλητηριάσουν οι εχθροί του. Οι δούλοι τοποθετούσαν                   
 τα χαλκωματένια σκεύη και τα πιάτα με τα φαγητά σε μεγάλους στρογγυλούς δίσκους και τα κουβαλούσαν στο κεφάλι οι υπηρέτες από την κουζίνα ως την πόρτα της τραπεζαρίας. Τα συνόδευαν φρουροί και μερικοί από τους γανυμήδες του σαραγιού. Αυτά το 1812. Τότε ο φιλύποπτος Αλής έδωσε εντολή να τοποθετούν τους δίσκους με τα φαγητά μέσα σε θήκες παφιλένιες που έκλειναν με δύο λουκέττα. Δύο γανυμήδες κρατούσαν από ένα κλειδί. Η θήκη σκεπαζόταν από ένα πορφυρό ύφασμα και έσφιγγε με λουριά. Τα λουκέτα κλειδώνονταν στην πόρτα της τραπεζαρίας. Η πόρτα ήταν ανοιχτή κι’ ο πασάς καθόταν εκεί μπροστά ώστε να παρακολουθεί τη διαδικασία. Δεν έφταναν όμως αυτές οι προφυλάξεις. Επειδή φοβόταν μήπως τα φαρμακώσει κανένας από τους έμπιστους φρουρούς ή τους γανυμήδες ένας Αλβανός, ο Μουχτάρ, δοκίμαζε πρώτος τα φαγητά πριν τα τοποθετήσουν μπροστά του. Άχρηστη προφύλαξη, παρατηρεί ο Ιμπραήμ, γιατί υπάρχουν δηλητήρια που επενεργούν αφού περάσει πολύ ώρα από το γεύμα.
    Είχε και άλλες φοβίες. Δεν άνοιγε ποτά γράμμα γιατί φοβόταν μήπως υπήρχε μέσα στο φάκελο κάποια λεπτή σκόνη ικανή να τον δηλητηριάσει αν την ανέπνεε. Κατεχόταν μόνιμα από το φόβο της δολοφονίας. Γι’ αυτό κάθε βράδυ κοιμόταν σ’ άλλη κάμαρα, ακόμα και σε άλλο σαράι.
    Εμφανιζόταν ως μέγας και αμείλικτος προστάτης των δημοσίων ηθών, μ’ όλο που ήταν πρωταγωνιστής τόσων ατιμώσεων και αισχροτήτων. Για τους μουσουλμάνους, γράφει ο Ιμπραήμ, η μοιχεία ήταν το φοβερότερο κακούργημα. Κι’ ο Αλής αξίωνε τη σχολαστική εφαρμογή των τούρκικων νόμων που προέβλεπαν τρομακτικές ποινές. Ο κλέφτης, ο φονιάς, ο ληστής έβρισκαν πάντοτε υπερασπιστές και προστάτες. Η σοδομία ήταν πανελεύθερη ανάμεσα στους Τούρκους, και δεν έκρυβαν διόλου τη διαστροφή τους, γράφει ο Ιμπραήμ. «Όλοι οι πλούσιοι είχαν γανυμήδες, απαράλλαχτα όπως είχαν και παλλακίδες». Η διαστροφή αυτή ήταν περισσότερο συνηθισμένη ανάμεσα στις γυναίκες. Δεν προβλεπόταν καμιά ποινή. Ωστόσο και η υποψία ερωτικού δεσμού μεταξύ ετερόφυλων προσώπων μπορούσε να επιφέρει βαρύτατο κολασμό, ακόμα και να οδηγήσει σε φρικαλέο θάνατο. Ο μουσουλμανικός νόμος προέβλεπε τα εξής. Αν ο άντρας και η γυναίκα ήταν ανύπαντροι έπρεπε να τιμωρηθούν με 90 ραβδισμούς (στις πατούσες για τον άντρα, στα οπίσθια για τη γυναίκα). Αν ο ένας ήταν παντρεμένος καταδικαζόταν σε λιθοβολισμό. Αν ήταν και οι δύο παντρεμένοι η ίδια τύχη τους περίμενε μόνο που προηγουμένως έπρεπε να δώσουν στη γυναίκα 40 ραβδισμούς και να τοποθετήσουν μια γάτα στη βράκα της. Αν μια μουσουλμάνα, έστω και ανύπαντρη, δημιουργούσε ερωτικό δεσμό με χριστιανό έπρεπε να πεθάνει με λιθοβολισμό. Για τη θανατική καταδίκη τους αρκούσε η μαρτυρία δύο ευυπόληπτων πολιτών που θα βεβαίωναν με όρκο ότι τους συνέλαβαν επ’ αυτοφώρω.
    Ο Ιμπραήμ παρακολούθησε δύο μόνο λιθοβολισμούς. Μιας μουσουλμάνας στα Γιάννενα που σχετιζόταν με κάποιον Ιταλό και ενός χριστιανού στη Συρία που ξελόγιασε την κουνιάδα του. Είδε όμως πάνω από 40 περιπτώσεις ανδρών που κρεμάστηκαν, αποκεφαλίστηκαν, ακόμα και παλουκώθηκαν, καθώς και πνιγμών γυναικών με τέτοιες κατηγορίες. Εκτέλεση μουσουλμάνας που είχε συληφθεί με ένα Ναπολιτάνο αξιωματικό του Αλή (Καρέττο το όνομά του), παρακολούθησε ο Άγγλος περιηγητής Τζόουνς το 1816. Η εκτέλεση έγινε από το μουσουλμανικό όχλο σ’ ένα αλώνι έξω από τα Γιάννενα. Ο αξιωματικός φυλακίστηκε στο φρούριο του Αργυρόκαστρου ως το 1818.
    Συχνά ο Αλής σκηνοθετούσε μοιχείες για να ενοχοποιήσει ή να εξοντώσει εχθρούς του ή ανεπιθύμητα πρόσωπα. Ο αρχηγός της αστυνομίας του ο περίφημος Ταχήρ Αμπάζης έστελνε στο σπίτι του θύματος μια πόρνη με κάποιο πρόσχημα (να ζητήσει βοήθεια,
προστασία για φανταστική αιτία κ.λ.π.). Άλλοτε την έκρυβε σε κάποιο σημείο του σπιτιού, συνήθως πίσω από τα κούτσουρα του μαγέρικου. Στην κατάλληλη στιγμή εισορμούσαν οι σμπίροι του Ταχήρ και ο ανύποπτος άνθρωπος συλλαμβανόταν. Αν η γυναίκα βρισκόταν μέσα στο σπίτι τον περίμενε θάνατος, αν την έβρισκαν κρυμμένη αντιμετώπιζε βαριά τιμωρία.
    Θύμα τέτοιας σκευωρίας έπεσε ένας απεσταλμένος της Πύλης, Οθωμανός αυστηρών ηθών και αδέκαστος, που έφτασε στα Γιάννενα για ανακρίσεις. Μια μέρα ειδοποιήθηκε η αστυνομία του Αλή ότι στο σπίτι του ανακριτή βρισκόταν μια γυναίκα. Έτρεξαν οι σμπίροι του Ταχήρ και την ανακάλυψαν κρυμμένη. Αμέσως έπνιξαν τη γυναίκα στη λίμνη, παρόλο που η ίδια η αστυνομία την είχε στείλει, για να μην αποκαλυφθεί  η πλεκτάνη και ο απεσταλμένος ρίχτηκε στο μπουντρούμι. Στο μεταξύ έγινε κατάσχεση των εγγράφων και ο Αλής πληροφορήθηκε τους σκοπούς της αποστολής του και τα στοιχεία που είχαν συγκεντρωθεί εναντίον του. Ύστερα από μερικές μέρες έγινε η διαπόμπευσή του στους γιαννιώτικους δρόμους. Αφού τον τριγύρισαν μισόγυμνο και με συνοδεία οργάνων, τον έστειλαν δέσμιο στην Πόλη με έγγραφη διαμαρτυρία για την ανάθεση τόσο σπουδαίας αποστολής σε τέτοιον ανακριτή. Ο απεσταλμένος πέθανε σε δύο μήνες από τη βαρειά προσβολή μ’ όλο που αποδείχτηκε η αθωότητά του.
    Ο Αλής φόρτωνε στους υπηκόους του κάθε έκτακτη δαπάνη, τις οικονομικές ζημιές του, την εκπλήρωση των δικών του υποχρεώσεων και του κράτους. Την αποζημίωση που κατέβαλε στους Άγγλους για την παράδοση της Πάργας φρόντισε να εισπράξει με το παραπάνω επιβάλλοντας έκτακτη εισφορά σ’ όλους τους υπηκόους του. Δεν εξαιρέθηκαν ούτε οι στρατιωτικοί, ούτε οι υπηρέτες τους. «Υποχρεώθηκα κι’ εγώ, γράφει ο Ιμπραήμ, να δώσω 200 πιάστρα».
    Αφηγείται ακόμη την κωμικοτραγική ιστορία του αναγκαστικού εράνου για την ανοικοδόμηση του σαραγιού του Αλή στο Τεπελένι που αποτεφρώθηκε  τάχα από κεραυνό ενώ στην πραγματικότητα η καταστροφή του ήταν αποτέλεσμα εμπρησμού.
    Όταν έμαθε την καταστροφή του παλατιού έσπευσε επί τόπου για να εξακριβώσει αν σώθηκε ο θησαυρός που είχε θάψει σ’ ένα υπόγειο: πενήντα εκατομμύρια χρυσά φράγκα. Τον βρήκε άθικτο. Πρόσταξε αμέσως να σκαλίσουν προσεχτικά τις στάχτες και τα χαλάσματα και να μαζέψουν τα χρυσονήματα από τα κρόσσια των σοφάδων και τα χρυσοκεντήματα από τα φορέματα των γυναικών του χαρεμιού και να ψάξουν για ασημένια σκεύη. Ύστερα κυκλοφόρησε μια προκήρυξη στους κατοίκους της περιοχής. Έλεγε πως δεν του απόμεινε τίποτα πια στον τόπο που γεννήθηκε και τους καλούσε να δείξουν τώρα την αγάπη τους, να τον ελεήσουν. Οι προσφορές θα γίνονταν προσωπικά από κάθε υπήκοο. Κάθε πολιτεία ή χωριό θα παρουσιαζόταν ορισμένη μέρα στο βεζίρη με τα πεσκέσια. Όπως ήταν φυσικό όλοι προσπαθούσαν να φανούν γενναιόδωροι. Για να δημιουργήσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα μοίρασε ο ίδιος μεγάλα ποσά σε πάμπτωχους ανθρώπους, εργάτες, αγρότες, στρατιώτες, υπηρέτες με εντολή να τα προσφέρουν επιδεικτικά, λέγοντας πως κάνουν μεγάλη θυσία για τον αφέντη. Μπροστά σ’ αυτή τη γενναιοδωρία ποιος εύπορος ή πλούσιος θα τολμούσε να προσφέρει λιγότερα από αυτούς τους εξαθλιωμένους μεροκαματιάρηδες Θα κινδύνευε η ζωή του.
    «Ήταν παράξενο να βλέπεις τον Αλή, καθισμένο σε μια παλιόψαθα μπροστά στην εξωτερική πύλη του αποτεφρωμένου σαραγιού κρατώντας στο χέρι ένα φέσι όπου ρίχνονταν οι αναγκαστικές προσφορές. Κάπνιζε ένα παλιοτσίμπουκο, απ’ αυτά που συνηθίζει η πιο φτωχή λαϊκή τάξη. Όταν ένα ποσό δεν του φαινόταν αρκετό έλεγε μεγαλόφωνα: Άκου παιδί μου. Ξέρεις πόσα μου έδωσε ο τάδε, που είναι φτωχότερος από
σένα; Τόσα. Και ξέρεις γιατί; Γιατί μ’ αγαπάει. Καταλαβαίνεις; Ο δύστυχος ο Αλής δεν έχει πια τίποτα στον κόσμο. Δεν έχει που να γείρει το άσπρο του κεφάλι. Μα έννοια σου, ο Θεός παίρνει αλλά δίνει κιόλας, και τότε θα ξέρω να ξεχωρίζω τους φίλους μου από τους εχθρούς μου!».
    Ύστερα από αυτά τα λόγια τα ποσά διπλασιάζονταν και τριπλασιάζονταν. Πολλοί που δεν είχαν μετρητά υποχρεώθηκαν να δώσουν τα χρυσαφικά της γυναίκας τους. Φυσικά ο πασάς είχε πλάι του ένα χρυσοχόο από τα Γιάννενα και του τα εκτιμούσε. «Αυτή η κωμωδία μου κόστισε και μένα», γράφει ο Ιμπραήμ. «Όλος ο κόσμος καταριόταν, μυστικά βέβαια, τον τύραννο».  
    Ήταν μονάρχης με απόλυτη εξουσία πάνω στη ζωή, την τιμή και την περιουσία των υπηκόων του. Μοναδική εξαίρεση οι δερβίσηδες. Ο αιματοβαμμένος πασάς ένοιωθε μπροστά τους δέος. Οι περισσότεροι ήταν τυχοδιωκτικά και διεφθαρμένα στοιχεία, εξόριστοι από την Κωνσταντινούπολη και άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας. Ο Αλής ωστόσο αντιμετώπιζε με ανεκτικότητα  και σεβασμό τις προκλήσεις τους. Συχνά τον κατηγορούσαν ανοιχτά υποβάλλοντάς τον σε δημόσιους εξευτελισμούς. Κυκλοφορούσαν πανελεύθεροι, ήταν ασύδοτοι και ιταμοί. Μα ο τρομερός σατράπης δεν τολμούσε ποτέ να αντιμιλήσει.
    Το 1816, ενώ ο Ιμπραήμ περίμενε έξω από το σαράι για κάποια συνεργασία, τον είδε να βγαίνει έφιππος, κυκλωμένος από τους σωματοφύλακές του, που άνοιγαν δρόμο ανάμεσα στο πλήθος, χτυπώντας δεξιά και αριστερά με τα ραβδιά.  Ένας δερβίσης προχώρησε ατάραχα προς τον πασά και φώναξε πως θέλει να του μιλήσει. Δεν έχω καιρό! Απάντησε ο Αλής. Έλα το βράδυ.
    Επειδή ο δερβίσης επέμενε έβγαλε από τη σακούλα του μια χούφτα ρουμπιέδες άπλωσε το χέρι να τις προσφέρει κι’ ετοιμάστηκε να σπιρουνίσει το άλογο. Αλλά ο δερβίσης άρπαξε τα γκέμια και φώναξε ότι δεν δέχεται χρήματα από έναν κιαφίρ (άπιστο) σαν κι’ αυτόν και ότι θα του μιλήσει έξω από τα δόντια. Και μπροστά στο πλήθος, κρατώντας πάντοτε το χαλινάρι, άρχισε να δημηγορεί εναντίον του. Ο Αλής έβγαζε και ξανάβγαζε νομίσματα από τη σακούλα αλλά ο δερβίσης αρνιόταν να τα δεχτεί.
    Δεν τα θέλω, γεροπαραλυμένε, είναι αδικοκερδισμένα. Είσαι θεομπαίχτης και κακούργος. Κάθε πέτρα από τα σεράγια σου είναι βαμμένη με αίμα!
    Κάθε μέρα ο Αλής άκουγε από τους δερβίσηδες φριχτό υβρεολόγιο. Τον αποκαλούσαν μπροστά στον κόσμο γουρούνι, γκιαούρ, άπιστο, πεζεβέγκ (προαγωγό).
    Στο Μπαϊράμι του 1817, ενώ οι επίσημοι της Αυλής του Αλή ήταν συγκεντρωμένοι σε μια μεγάλη αίθουσα για να συγχαρούν τον Αλή, μπήκε ένας γεροδερβίσης, ρυπαρός και μισόγυμνος και χωρίς να χαιρετίσει κάθισε στο σοφά και πρόσταξε τους υπηρέτες να του φέρουν καφέ και τσιμπούκι. Οι δούλοι αποσβολώθηκαν γιατί εξ αιτίας της ημέρας δεν γίνονταν για κανένα τραταρίσματα. Βλέποντας την αμηχανία τους ο δερβίσης στράφηκε στον πασά. Αλή, θέλω να φουμάρω! Ο Αλής πρόσταξε να του προσφέρουν τσιμπούκι. Αλλά ο δερβίσης άλλαξε γνώμη και αξίωσε αργιλέ. Φέρτε του αργιλέ, είπε ο πασάς. Βλέποντας όμως ο δερβίσης πως ο Αλής κάπνιζε αργιλέ φώναξε: Θέλω το δικό σου! Ο Αλής έδωσε εντολή να του προσφέρουν πολυτελέστερο αλλά ο δερβίσης, μόλις τον απόθεσαν μπροστά του, τον ανέτρεψε με ένα γενναίο λάκτισμα με αποτέλεσμα να λερωθεί το βαρύτιμο χαλί της αίθουσας. Βλέποντας την επιμονή του ο Αλής κάλεσε έναν υπηρέτη και του είπε: Δόστου το δικό μου! Όχι! Φώναξε ο δερβίσης. Θα μου το φέρεις εσύ! Για να σώσει την αξιοπρέπειά του ο Αλής τον παρακάλεσε να καθίσει πλάι του στην  τιμητική θέση του σοφά. Μα ο δερβίσης επέμενε. Και τότε ο παχύσαρκος και
δυσκολοκίνητος πασάς σηκώθηκε και κάτω από τα έκπληκτα βλέμματα των μεγιστάνων του, πήρε τον αργιλέ, τον απόθεσε στα πόδια του δερβίση και γύρισε στη θέση του υποβασταζόμενος από τους αυλικούς του.
    «Είδα πολλές φορές», γράφει ο Ιμπραήμ, «δερβίσηδες να πετούν πέτρες και χώματα εναντίον του Αλή στους δρόμους και τον πασά να δέχεται τους προπηλακισμούς χωρίς να εκδηλώνει καμιά δυσαρέσκεια και χωρίς να επεμβαίνουν οι σωματοφύλακές του».
    Μια άλλη φορά είδε ένα δερβίση να συντρίβει την καγκελόπορτα της γέφυρας που οδηγούσε στο σαράι και να προτρέπει το πλήθος να ορμίσει εναντίον του παλατιού και να το λεηλατήσει. «Μουσουλμάνοι». Κραύγαζε, «είναι αίσχος να ανεχόμαστε αυτόν τον άνθρωπο που περιστοιχίζεται από χριστιανούς. Σας πρόδωσαν, μουσουλμάνοι, σας πούλησαν στους γκιαούρηδες. Τι περιμένετε; Ήρθε η ώρα να γλυτώσετε από τον  τύραννο που κρύβεται πίσω από αυτό το παραθύρι. Φοβόσαστε τους καβάσηδες και τα ραβδιά τους; Θα τα σπάσετε στη ράχη τους! Φοβόσαστε τα όπλα της φρουράς του; Και σεις έχετε όπλα κι’ είσαστε περισσότεροι. Εμπρός! Ακολουθείστε με!».
    Αλλά κανείς δεν τόλμησε να κουνηθεί. Κι’ ο Αλής, αντίκρυ, πίσω από το καφασωτό, κάπνιζε το τσιμπούκι του ώσπου νύχτωσε και διαλύθηκε το πλήθος.
    Η στάση του Αλή απέναντι στους δερβίσηδες είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Μπορεί να οφειλόταν στις δεισιδαιμονίες του, ίσως ήταν μία υποκριτική θρησκευτική ευλάβεια. Δεν αποκλείεται όμως να αποτελούσε μια επίδειξη ανοχής στους δερβίσηδες που μεμονωμένα άτομα όπως ήταν δεν απειλούσαν την εξουσία του. Άλλωστε τους χρειαζόταν ο Αλής γιατί σε ώρες πολεμικής ανάγκης φανάτιζαν τους μουσουλμάνους στρατιώτες. Στον Ιμπραήμ εξομολογήθηκε μια μέρα ο πασάς: «Ναι, παιδί μου, έχω πολλά ελαττώματα, είμαι τύραννος, αλλά έχω μια αρετή που τα καλύπτει όλα. Είμαι υπομονετικός, ο πιο υπομονετικός από όλους τους μουσουλμάνους».
    Σατανικά τα εφευρήματα της φιλοχρηματίας του. Το καλοκαίρι του 1818, γράφει ο Ιμπραήμ, οι Γιαννιώτες που κατοικούσαν γύρω από τη μητρόπολη είδαν κάμποσους κρεμασμένους μπροστά στις πόρτες του. Για να απαλλαγούν από το φρικαλέο θέαμα και τις συνέπειες της παραμονής των πτωμάτων στην αγχόνη (είχε αρχίσει κιόλας η αποσύνθεση), έδωσαν στον Αλή το ποσό που αξίωσε: 12.000 γρόσια.

Πηγή: Τέταρτος τόμος του Κυριάκου Σιμόπουλου «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα».