Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2018

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ Εντέκατο μέρος


Η  ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ  Εντέκατο Μέρος



Δημήτρης Τουτουντζής.



Οι πρώτοι Άγγλοι πειρατές. 



    Οι παραθαλάσσιοι πληθυσμοί της νότιας Αγγλίας με την κακοποιό δράση τους ευθύνονται για την εισβολή του Ιουλίου Καίσαρα στη Μεγάλη Βρετανία το 55 π.Χ.

    Οι άγριοι πειρατές της νοτίου Αγγλίας είχαν δειχτεί πολύ ενοχλητικοί στον κατακτητή της Γαλατίας και ένα μεγάλο μέρος της δύναμής τους στρατολογούνταν από την άλλη πλευρά της Μάγχης, δηλαδή από τα βόρεια παράλια της Γαλλίας. Ο Καίσαρας κατάλαβε πως ο καλύτερος τρόπος για να υποτάξει τους Γαλάτες ήταν να συντρίψει πρώτα τους Βρετανούς. Το 43 μ.Χ. η κατάκτηση της Αγγλίας από τους Ρωμαίους είχε ολοκληρωθεί και η χώρα έμεινε τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας για πάνω από τριακόσια χρόνια. Ωστόσο η πειρατεία εξακολούθησε να ανθίζει ακόμα και κάτω από τη ρωμαϊκή κυριαρχία παρά τον τρομερό στόλο των Ρωμαίων. Μόλις στην εποχή του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, το 286, πάρθηκαν αποτελεσματικά μέτρα. Οργανώθηκε μια εκστρατεία και πραγματοποιήθηκε με το γνωστό πρακτικό πνεύμα των Ρωμαίων. Η διοίκηση ανατέθηκε στον Μάρκο Αυρήλιο Καραύσιο, που από τότε που γεννήθηκε γνώριζε τα νερά όπου έπρεπε να εξασφαλίσει την τάξη. Από το σταθμό της Βουλώνης, ο Καραύσιος περιπολούσε δυτικότερα και βορειότερα από τη Μάγχη και σύντομα κατόρθωσε να απωθήσει στα λημέρια τους, τους Φράγκους και τους Βόρειους πειρατές.


    Ο Καραύσιος ήταν Σκωτσέζος ή Βέλγος, δεν είναι ακριβώς εξακριβωμένο τι από τα δύο. Στα νιάτα του είχε υπηρετήσει σαν πιλότος και είχε αποκτήσει τη φήμη ναυτικού εξαιρετικής ικανότητας. Αργότερα μπήκε στο ρωμαϊκό στρατό, όπου με το ταλέντο και τη δραστηριότητά του έφτασε σύντομα στην κορυφή της ιεραρχίας.

    Οι αμοιβές όμως που του έδινε η επαγγελματική αξία του, του φάνηκαν πολύ μέτριες και ο Καραύσιος έκανε όπως τόσοι άλλοι πριν και μετά από αυτόν. Έκλεισε μια συμφωνία με τους πειρατές να τους παρέχει την προστασία του με αντάλλαγμα ένα μέρος από τα πλιάτσικά τους. Η αυτοκρατορική εξουσία το έμαθε και τον καταδίκασε σε θάνατο. Ο Καραύσιος όμως το πληροφορήθηκε έγκαιρα αυτό, και πέρασε τη Μάγχη για να καταφύγει στην Αγγλία. Εκεί αυτοανακηρύχθηκε ανεξάρτητος αρχηγός και τον ακολούθησε η ρωμαϊκή λεγεώνα, που ήταν στρατοπεδευμένη στο νησί, καθώς και πολλοί Φράγκοι πειρατές. Για εφτά χρόνια έζησε έτσι, σαν ένα είδος βασιλιάς των πειρατών της Μεγάλης Βρετανίας, και ναυπήγησε ένα στόλο αρκετά δυνατό, ώστε μπόρεσε να τρέψει σε φυγή το ρωμαϊκό στόλο, που έστειλαν να τον πιάσει. Δολοφονήθηκε το 293, σύμφωνα με τη μόδα που συνηθιζόταν στους Ρωμαίους αυτοκράτορες, από τον αρχηγό της σωματοφυλακής του.

    Η πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αιφνιδίασε την Αγγλία, που βρέθηκε ανίκανη να αμυνθεί εναντίον των εισβολών των Πίκτων και των Σκωτσέζων, που έρχονταν από το βορρά, καθώς και εναντίον των βόρειων πειρατών, που εισχωρούσαν σε όλη τη χώρα. Αυτοί οι τελευταίοι πολλούς αιώνες μετά την αναχώρηση των Ρωμαίων χρησιμοποιούσαν τα δυστυχισμένα νησιά σαν χώρο κατάλληλο για επιδρομές, για λεηλασίες και για βαθμιαία κατάκτηση.

    Στην εποχή του βασιλιά Αλφρέδου οι διαρπαγές των βόρειων πειρατών σταμάτησαν

προσωρινά. Έχοντας μια δραστήρια διοίκηση, η χώρα ηρέμησε σχετικά και δυνάμωσε αρκετά για να εξασφαλίσει την άμυνα μοναχή της. Το 897 ο Αλφρέδος άρχισε τη δημιουργία του πρώτου αγγλικού ναυτικού. Αν πιστέψουμε το σαξονικό χρονικό, τα καράβια του ήταν νέου τύπου, κάπου δυο φορές μεγαλύτερα από όλα όσα είχαν προηγηθεί, και κινούνταν με εξήντα και ακόμα περισσότερα κουπιά. Ο Αλφρέδος εφάρμοσε ένα νόμο, που σύμφωνα μ’ αυτόν όλοι οι Νορμανδοί έπρεπε να αντιμετωπίζονται ανελέητα σαν πειρατές ,και κατάργησε τα παζαρέματα ή την εξαγορά μιας προσωρινής ανοχής τους με την πληρωμή χαρατσιού. Η αποτελεσματικότητα των προετοιμασιών του Αλφρέδου αποκαλύφθηκε στη διάρκεια της βασιλείας του εγγονού του Άθελσταν, που οδήγησε τον αγγλικό στόλο εναντίον μιας γενικής δύναμης εισβολής που λεηλατούσε το Σάντουιτς. Στην πρώτη πραγματική ναυμαχία της ιστορίας της Αγγλίας, ο Άθελσταν έτρεψε σε φυγή αυτή τη δύναμη. Ενιά από τα καράβια του εχθρού πιάστηκαν και τα υπόλοιπα σκόρπησαν στους πέντε ανέμους.

    Το μάθημα δε χρησίμεψε σε τίποτα. Οι Δανοί γύρισαν το 991, λεηλάτησαν τις ακτές του Έσσεξ χωρίς να συναντήσουν παρά πολύ χαλαρή αντίσταση και χρειάσθηκε να εξαγοραστεί η αναχώρησή τους με δέκα χιλιάδες λίρες, που μαζεύτηκαν με φόρο. Ξαναγύρισαν σύντομα και το 1014 κατέκτησαν όλη τη χώρα, ενώ ο αναποφάσιστος βασιλιάς Έθελρηντ αναγκάστηκε να ζητήσει τη σωτηρία του φεύγοντας στη Νορμανδία. Οι καινούργιοι αφέντες έφερναν τουλάχιστον κάποιο κέρδος. Έναν ισχυρό στόλο, που για πολύ καιρό εξασφάλισε στη χώρα μια σχετική άμυνα από τις επιδρομές των πειρατών.

    Στη βασιλεία του Ερρίκου και των διαδόχων του Εδουάρδου  Α΄ και Εδουάρδου  Β΄, η αύξηση του στόλου και μια ρωμαλέα ναυτική πολιτική έβαλαν για μια άλλη φορά προσωρινό τέρμα στη χειρότερη από τις καταστροφές. Μετά το θάνατο του Εδουάρδου  Β΄ το 1327, άφησαν το ναυτικό να παρακμάσει, πολλά από τα καλύτερα καράβια πουλήθηκαν σε εμπόρους και ξανάρχισε η παλιά ιστορία τελικά οι έμποροι των ναυτικών πόλεων αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν τα δικά τους μέσα, με τον τρόπο της Χανσεατικής Ένωσης, για να αντιταχθούν στο στραγγαλισμό του εμπορίου τους.

    Αυτό στάθηκε η αρχή της Ένωσης των Πέντε Λιμανιών. Η αρχική ένωση, που χρονολογούνταν από έναν αιώνα ή και περισσότερο, περιελάμβανε στην αρχή πέντε πόλεις, σ’ αυτές προστέθηκαν αργότερα και άλλες δύο. Το καθήκον που ανέλαβαν ήταν να προστατεύσουν τη νοτιοδυτική ακτή της Αγγλίας από τους πειρατές και να φρουρούν τις γύρω θάλασσες. Σε αντάλλαγμα αυτών των υπηρεσιών, τους χορηγούνταν ορισμένα προνόμια από το στέμμα. Ανώτερος αξιωματούχος της ομοσπονδίας ήταν ο ναύαρχος των Πέντε Λιμανιών, που είχε την έδρα του στον πύργο του Ντόβερ.

    Το πιο κερδοφόρο προνόμιό τους ήταν το δικαίωμα να λεηλατούν όλα τα εμπορικά καράβια, εκτός από τα αγγλικά, που ταξίδευαν στη Μάγχη. Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς που θα οδηγούσε αυτό. Τα καράβια των Πέντε Λιμανιών εξήγησαν αυτά τα προνόμια με τον τρόπο τους και σύντομα τα καράβια των φιλικών δυνάμεων, ακόμα και τα αγγλικά, άρχισαν να υποφέρουν από την προστασία που πρόσφερε η Ένωση. Η κατάσταση στη Μάγχη, ακόμα και στη Βόρεια Θάλασσα, κατάντησε με τους εξουσιοδοτημένους πειρατές, χειρότερη από πριν. Οι ανώτεροι αξιωματούχοι αυτών των πόλεων έγιναν αρχηγοί των κλεφτών.

    Οι άλλες ναυτικές πόλεις εκδήλωναν φυσικά τη δυσαρέσκειά τους εναντίον των προνομίων των Πέντε Λιμανιών και του τρόπου που τα ερμήνευαν. Μια φορά η αγανάκτηση αυτή φούντωσε τόσο, ώστε ξέσπασε  μάχη ανάμεσα στη μοίρα του Γιάρμουθ και στη μοίρα των Πέντε Λιμανιών. Η μάχη αυτή δεν πήρε τέλος παρά αφού

κάηκαν είκοσι πέντε καράβια του Γιάρμουθ. Οι πιο αδιάλλακτοι αντίπαλοι των Πέντε Λιμανιών ήταν οι πόλεις του Ντήβον και της Κορνουάλλης. Οι διαρπαγές των ανθρώπων της Δύσης είχαν αρχικά περιοριστεί στις γειτονικές πόλεις και χωριά ή στα καράβια που ακολουθούσαν δρόμους που περνούσαν από τα λιμάνια τους.

    Στις 2 Αυγούστου του 1343 ο άρχοντας Ολιβιέ του Κλισσόν, ένας από τους πιο γνωστούς ιππότες της Νάντης, που κυβερνούσε πειρατικό, κατηγορούμενος για συνωμοσία με τους Άγγλους, οδηγήθηκε στο Παρίσι και αποκεφαλίστηκε. Έφεραν πίσω το κεφάλι του στη Νάντη και το κρέμασαν στα τείχη της πόλης για παραδειγματισμό, όπως ήταν τότε το έθιμο.

    Η χήρα του, η Ιωάννα ντε Μπελεβίλ, φημισμένη για την ομορφιά της σε ολόκληρο το βασίλειο της Γαλλίας, ορκίσθηκε να εκδικηθεί για το θάνατο του άντρα της. Έβαλε την περιουσία της σε υποθήκη, πούλησε τα χρυσαφικά της και τα έπιπλα των πύργων της και με τα χρήματα που μάζεψε αγόρασε και αρμάτωσε τρία γερά καράβια. Επικεφαλής αυτού του στολίσκου, η Κυρά του Κλισσόν, μ’ αυτό το όνομα είναι γνωστή στα χρονικά της πειρατείας, ανοίχτηκε στη θάλασσα, προσέχοντας ιδιαίτερα τις ακτές της Γαλλίας, μη δίνοντας χάρη σε κανέναν από αυτούς που έπεφταν στα χέρια της, κόβοντας κεφάλια, βυθίζοντας, καράβια, καίγοντας χωριά. Στις ναυμαχίες ήταν πάντα πρώτη στο ρεσάλτο εναντίον του εχθρού, έχοντας στο πλευρό της τους δύο γιούς της, νεαρούς τόσο γενναίους και τόσο άγριους όσο και η μητέρα τους. Δυστυχώς το τέλος της δεν είναι γνωστό.

    Το Ντάρτμουθ στάθηκε ένα από τα κυριότερα θύματα των επιθέσεων των Γάλλων κουρσάρων. Το 1399, ο Τζων Χώουλυ, ο ήρωας της ναυτικής ιστορίας του Ντάρτμουθ, αποφάσισε μια εκστρατεία εναντίον αυτών «των καθαρμάτων». Συνεταιρίστηκε με όλα τα διαθέσιμα καράβια στο λιμάνι του Ντάρτμουθ και σαλπάρησε για τις ακτές της Νορμανδίας και της Βρετάνης. Αυτός ο ιδιωτικός πόλεμος από εμπόρους – καπετάνιους είχε ευχάριστα αποτελέσματα για όλον τον κόσμο, εκτός από τους Γάλλους. Ο Χώουλυ αιχμαλώτισε τριάντα τέσσερα από τα καράβια τους με φορτία που περιείχαν ανάμεσα στα άλλα χίλια πεντακόσια βαρέλια κρασί, έτσι που για να γιορτάσει τη νίκη, το Ντάρτμουθ φούντωσε κάτω από την επήρεια των γευστικών γαλλικών κρασιών.

    Ο Χώουλυ στάθηκε τυπικό παράδειγμα των εμπόρων – τυχοδιωκτών που συνδυάζανε το εμπόριο με την πειρατεία, όχι χωρίς κερδοφόρα επιτυχία. Έγινε εξαιρετικά πλούσιος και διακρίθηκε στην υπηρεσία της χώρας του σαν αναπληρωτής του ναυάρχου. Ενώ εκτελούσε αυτά τα καθήκοντα, δεν εγκατέλειπε τις ιδιωτικές του υποθέσεις και το 1403 βγήκε με εξοπλισμένα καράβια από το Ντάρτμουθ, το Πλύμουθ και το Μπρίστολ για μια μικρή προσωπική εκστρατεία, από όπου γύρισε πλουτισμένος με εφτά γενοβέζικες και ισπανικές γαλέρες.

    Ο Χάρρυ Παίυ από το Πουλ, που ζούσε στο Ντόρσετ και ήταν σύγχρονος του Χώουλυ, ήταν ακόμα πιο φημισμένος από αυτόν. Από πολλές απόψεις, ο Παίυ στάθηκε ο πρόδρομος των μεθόδων που χρησιμοποίησε ο Ντρέικ κάπου διακόσια χρόνια αργότερα. Είχε γίνει η πληγή των Ισπανών. Στο τέλος του 14ου και στις αρχές του 15ου αιώνα δε σταμάτησε να λεηλατεί και να καταστρέφει τις ισπανικές ακτές, η πράξη του όμως που επαναστάτησε και αγανάκτησε περισσότερο την Ισπανία ήταν η αρπαγή του Αγίου Εσταυρωμένου από την εκκλησία τα Σάντα Μαρία στο Φινιστέρρο.

    Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως η σημερινή μικρή κοιμισμένη πόλη Φώουλυ είχε αποκτήσει κάποτε ναυτικό μεγαλείο. Κανένα από τα λιμάνια της Κορνουάλλης δεν είχε τόσο κακή φήμη για τα πειρατικά κατορθώματά του, όσο αυτή η μικρή πόλη, που οι ναυτικοί της ονομάζονταν μόνοι τους «οι Γενναίοι του Φώουλυ». Αυτοί οι «Γενναίοι» έκαψαν και λεηλάτησαν τις ακτές της Νορμανδίας στην εποχή του Εδουάρδου  Γ΄. Στη διάρκεια του Εκατονταετούς πολέμου, ο βασιλιά χαιρόταν πολύ που είχε τη βοήθειά τους εναντίον των Γάλλων.

    Κάθε λιμάνι της δυτικής Αγγλίας είχε τους αρχιπειρατές του, που πηγαινοέρχονταν όπως τους άρεσε, σε στενή συνεργασία πάντα με τους τοπικούς άρχοντες και τους τσιφλικάδες της κομητείας. Πότε - πότε μια ισχυρή κυβέρνηση έκανε ό,τι μπορούσε για να βάλει τέλος σ’ αυτή τη μάστιγα του έθνους, γενικά όμως οι προσπάθειές της συναντούσαν την αντίδραση των τοπικών τσιφλικάδων. Στην πράξη όλοι οι κτηματίες της δυτικής περιοχής, που ζούσαν κοντά στις ακτές, ήταν συνέταιροι στις μεγάλες αυτές επιχειρήσει, πολλοί μάλιστα αχρήστευαν τις διαταγές του στέμματος, γιατί σαν ειρηνοδίκες ήταν μέλη των επιτροπών που έκαναν τις ανακρίσεις στις καταγγελίες για τις πειρατικές πράξεις. Θα ήταν πολύ παράξενο να στείλουν στην κρεμάλα τους υπαλλήλους τους, που τους έφερναν τόσα κέρδη.

    Ο Ερρίκος  Ε΄ έκανε αποφασιστικές προόδους χρησιμοποιόντας μια συναισθηματική μέθοδο, δηλαδή μια συνθήκη με τη Γαλλία και την Ισπανία, που σύμφωνα μ’ αυτή κάθε χώρα ανελάμβανε την υποχρέωση να μη χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες των κουρσάρων και να τους συντρίψει συνδυάζοντας τις προσπάθειές της με τις προσπάθειες των άλλων κρατών. Η συνθήκη προέβλεπε πως δεν έπρεπε να επιτρέπεται σε κανένα οπλισμένο καράβι να βγαίνει από λιμάνι χωρίς άδεια και χωρίς να έχει καταθέσει μια σημαντική εγγύηση, που να εξασφαλίζει την καλή συμπεριφορά του καπετάνιου. Για να ενισχύσει το αποτέλεσμα αυτών των μέτρων, ο Ερρίκος επέβαλε αυστηρούς κανόνες που τιμωρούσαν τη ληστεία στη θάλασσα και εφάρμοσε τη μέθοδο της χορήγησης ειδικών αδειών στα καράβια που έκαναν δουλειές σύμφωνα με τους νόμους. Από αυτό προήλθε μια μικρή καλυτέρευση, σε λιγότερο όμως από είκοσι χρόνια το ναυτικό του βασιλιά είχε ξεπέσει πάλι και οι έμποροι ήταν ξανά υποχρεωμένοι να παίρνουν πίσω τη ζημιά που πάθαιναν χρησιμοποιώντας το σπαθί τους.

    Στη διάρκεια της βασιλείας του Ερρίκου  ΣΤ΄, το κακό παράγινε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, γιατί Άγγλοι πειρατές άρχισαν να λεηλατούν τα αγγλικά καράβια χωρίς τον παραμικρό δισταγμό ή φόβο. Η κατάσταση έφτασε σε τέτοιο σημείο, ώστε η θάλασσα, ο φυσικός δρόμος και ο πιο οικονομικός για τη μεταφορά των εμπορευμάτων, ερημώθηκε σχεδόν και έγινε πραγματικά λιγότερο πολυέξοδο να στέλνει κανείς εμπορεύματα από το Λονδίνο στη Βενετία, π.χ. από τους δρόμους της ξηράς, αναπλέοντας το Ρήνο και περνώντας τις Άλπεις, παρά από το δρόμο της θάλασσας. Αυτή η πάρα πάνω δαπάνη αντισταθμιζόταν από τα τεράστια έξοδα της άμυνας εναντίον των πειρατών. Ένας βενετσιάνος καπετάνιος, που είχε το θάρρος να διακινδυνέψει στη θάλασσα, διηγούνταν στο Λονδίνο πως είχε μπαρκάρει εκατό άνδρες παραπάνω και είκοσι κανονιέρηδες, από φόβο μιας επίθεσης, και πως οι ανησυχίες του δικαιολογήθηκαν αφού πριν τελειώσει το ταξίδι του αναγκάστηκε να αποκρούσει ένα Νορμανδό πειρατή.

    Στη διάρκεια της βασιλείας του Ερρίκου  Ζ΄ επινόησαν μια νέα μέθοδο που όπως ελπίζανε, θα έβαζε τέρμα στην πειρατεία. Η μέθοδος όμως αυτή το μόνο που κατόρθωσε ήταν να κάνει την κατάσταση ακόμα πιο απελπιστική. Ήταν η παροχή χαρτιών κουρσέματος ή αντιποίνων. Η μέθοδος αυτή θα χρησιμοποιηθεί πλατιά για πολλούς αιώνες, δίνοντας στον κάτοχο των χαρτιών το δικαίωμα να εφαρμόζει ο ίδιος το νόμο. Αν ένας Άγγλος έμπορος, π.χ. είχε ληστευτεί από ένα Γάλλο πειρατή για εμπορεύματα που η

αξία τους υπολογιζόταν σε πεντακόσιες λίρες, έπαιρνε ένα γράμμα από την κυβέρνησή

του, που του έδινε το δικαίωμα να αρπάξει εμπορεύματα της ίδιας αξίας από οποιοδήποτε γαλλικό καράβι.

   

Οι κουρσάροι στη βασιλεία της Ελισάβετ. 



    Η βασιλεία της Ελισάβετ είδε να αναπτύσσεται ένας έξαλλος εθνικισμός, που κατέληξε να βρει για τους παράτολμους ναυτικούς της Αγγλίας ένα επάγγελμα, το επάγγελμα του μέλους ενός ανεπίσημου ναυτικού, που ωστόσο αναγνωριζόταν από όλους και ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικό. Στις αρχές της βασιλείας της Ελισάβετ, είχαν δημιουργηθεί πια όλες οι ευνοϊκές συνθήκες για την πειρατεία. Η χώρα ήταν φτωχή, το εμπόριο φυτοζωούσε, και αυτό προκαλούσε ανεργία στους ναυτικούς. Στη βασιλεία του Εδουάρδου  ΣΤ΄ και της Μαίρης είχαν αφήσει να μαραζώσει το αγγλικό ναυτικό, τόσο σε ποιότητα, όσο και σε ποσότητα, έτσι που δεν μπορούσε να γίνει λόγος για αποτελεσματική φρούρηση της θάλασσας.

    Η συνήθεια να παίρνουν πλιάτσικο από τα ισπανικά και τα πορτογαλικά εμπορεύματα είχε ριζώσει τόσο πολύ στη βασιλεία του Φιλίππου και της Μαίρης, ώστε φυσικά δε μειώθηκε κάτω από μια βασίλισσα (Ελισάβετ), που το ανέβασμά της στο θρόνο έσπασε τους δεσμούς ανάμεσα στην Αγγλία και την Ισπανία, που η πρώτη σημαντική της πράξη ήταν να κόψει το στενό δεσμό της θρησκείας, διακόπτοντας κάθε σχέση με την καθολική εκκλησία. Στη διάρκεια της βασιλείας του Φιλίππου και της Μαίρης, οι Πορτογάλοι είχαν σταθεί τα κυριότερα θύματα, από εδώ και πέρα όμως οι Άγγλοι ναυτικοί άρχισαν να καταλαβαίνουν πως θα μπορούσαν να κακοποιούν και την Ισπανία με την ίδια ατιμωρησία. Οι Πορτογάλοι και οι Ισπανοί χρησιμοποιούσαν και οι δύο την Αμβέρσα σαν λιμάνι εισαγωγών των εμπορευμάτων που πουλούσαν στη βόρεια και στην κεντρική Ευρώπη, όπως έκαναν και οι Άγγλοι ως το 1568. Ο δρόμος τους περνούσε αναπόφευκτα από τα νερά, που οι κάτοικοι της Κορνουάλλης και του Ντήβον γνώριζαν τα ρέματα και τις παλίρροιες πάρα πολύ καλά.

    Όταν διατρέχει κανείς τη διπλωματική αλληλογραφία των πρώτων χρόνων της βασιλείας της Ελισάβετ, βρίσκει κανείς μια ογκώδη αλληλογραφία για τον Τόμας Ουίντχαμ, γιο ενός κατοίκου του Νόρφολκ, που είχε υπηρετήσει στη θάλασσα εναντίον των Γάλλων και έγινε σύμβουλος και αντιναύαρχος στη βασιλεία του Ερρίκου  Η΄, ένας άνθρωπος άγριος και αυταρχικός.

    Η ιδιαίτερη επιχείρηση του Ουίντχαμ είχε σκοπό το κούρσεμα των φορτωμένων με ζάχαρη καραβιών στη Μάγχη και τη μεταφορά των φορτίων τους στα λιμάνια που είχε τους πράκτορές του, όπου τα πουλούσαν σε Λονδρέζους κλεπταποδόχους, καθώς και σε ιρλανδικά λιμάνια.

    Δεν είχαν περάσει δύο χρόνια από τότε που ανέβηκε στο θρόνο η Ελισάβετ, και ο πρεσβευτής της Ισπανίας παραπονιόταν κιόλας για την αιχμαλωσία στη θάλασσα Ισπανών ευγενών και ύστερα για το πούλημά τους σε πλειστηριασμό στο Ντόβερ, όπου οι αγοραστές έφτασαν να πληρώσουν ως εκατό λίρες για έναν Ισπανό καλοντυμένο, που φαινόταν ικανός να δώσει πλούσια λύτρα. Η πράξη αυτή ήταν το αποκορύφωμα μιας σειράς επιθετικών επιχειρήσεων. Η οργή του επισκόπου του Κουάντρα, που αντιπροσώπευε τότε τον Φίλιππο  Β΄ στην αυλή της Ελισάβετ, στρεφόταν ιδιαίτερα εναντίον δύο αντρών που ονομάζονταν Πουλ και Τσάμπνυς. Αυτοί οι δύο είχαν αρπάξει ισπανικά καράβια ανάμεσα στις Αζόρες και στα Κανάρια νησιά, καθώς γύριζαν από τις

Αντίλλες. Το 1560 αποβιβάστηκαν σε ένα λιμάνι των Καναρίων, όπου πιάστηκαν από

τους Ισπανούς και ρίχτηκαν στη φυλακή. Εκεί σάπιζαν ως τα επόμενα Χριστούγεννα. Τότε βρήκαν την ευκαιρία να αποδράσουν. Ενώ όλος ο πληθυσμός του νησιού βρισκόταν στη λειτουργία, γλίστρησαν σε ένα καράβι αγκυροβολημένο στο λιμάνι και γύρισαν στην Αγγλία.

    Η φυγή αυτών των δύο αντρών, που περίμεναν την καταδίκη τους, εξαγρίωσε ακόμα περισσότερο τους Ισπανούς από όσο τους είχαν εξαγριώσει τα εγκλήματά τους. Όλοι οι Άγγλοι έμποροι και τα αγγλικά καράβια που βρίσκονταν στα Κανάρια νησιά πιάστηκαν αμέσως και κάθε λογής ποινές επιβλήθηκαν σε δυστυχισμένους αθώους, πράγμα που κόντεψε να προκαλέσει κρίση ανάμεσα στα δύο έθνη. Ωστόσο η υπόθεση δεν είχε συνέχεια.

    Γενικά, στα πρώτα χρόνια της βασιλείας της, η βασίλισσα δοκίμασε ειλικρινά να βάλει τάξη στις καταχρήσεις των υπηκόων της, η συνήθεια όμως της πειρατείας είχε απλώσει στη διάρκεια των αιώνων πολύ βαθιές ρίζες και δεν ήταν δυνατό να την τσακίσει κανείς με τόσο περιορισμένα μέσα.

    Η Ελισάβετ πέτυχε να καθαρίσει τη Μεσόγειο από τους μεμονωμένους κουρσάρους, που δούλευαν έξω από τις μεγάλες συμμορίες πειρατών και που σύντομα απεφάσισαν να πάνε να ζητήσουν πιο κατάλληλο κυνηγότοπο στα νότια της Ιρλανδίας, στα νησιά ανοιχτά από τις δυτικές ακτές της Σκωτίας και στις ακτές της Μπαρμπαριάς. Οι μεγαλοπειρατές όμως είχαν την τελευταία λέξη.

    Οι πράκτορες των μεγάλων συμμοριών ήταν πολύ ανακατεμένοι στην απονομή της δικαιοσύνης στην Αγγλία. Αραιά και που πιανόταν τυχαία κανένας πειρατής που να ανήκε σε καμιά από αυτές τις συμμορίες, γενικά όμως διάφορες επιρροές πετύχαιναν την απελευθέρωσή του ύστερα από μια σύντομη περίοδο τιμωρίας στη υπηρεσία του ναυτικού της βασίλισσας.

    Στηρίγματα ολόκληρης της δουλειάς ήταν οι ισχυροί κτηματίες, που δρούσαν ταυτόχρονα σαν διαχειριστές των οικονομικών και του νόμου στην περιοχή τους. Η τοπική κοινή γνώμη ήταν ευνοϊκή απέναντί τους. Οι μικροευγενείς στις κομητείες ήταν πολύ ευχαριστημένοι να παίρνουν ένα παράλογα αυξημένο νοίκι για κάποιο μαγαζί που κανονικά δε θα τους έδινε παρά μερικά σελίνια το χρόνο. Οι μικρουπάλληλοι των λιμανιών έπαιρναν τόσο καιρό το μισθό τους για να κλείσουν τα μάτια σε τέτοιου είδους πράξεις, ώστε θεωρούσαν αυτό το μισθό σαν ένα από τα καλύτερα τυχερά του εισοδήματός τους. Τα χρονικά είναι γεμάτα από τέτοια παραδείγματα, όπως είναι η περίπτωση του δημάρχου του Σαουθάμπτον που αφού δωροδοκήθηκε από τους πλούσιους μεσίτες της πόλης που έκαναν το εμπόριο των κλεμμένων εμπορευμάτων, ελευθέρωσε πολλούς πειρατές που είχαν πιαστεί στα πράσα. Έχουμε ακόμα πολλές περιπτώσεις άλλων δημάρχων, λιμεναρχών και τελωνειακών που συνεργάζονταν σχεδόν ανοιχτά με τους πειρατές.

    Πιο σημαντικοί όμως από αυτούς ήταν οι ανώτεροι αξιωματούχοι του ναυτικού, οι κυβερνήτες και αστυνομικοί των κομητειών, που διευθύνανε αυτές τις επιχειρήσεις με μια σιγουριά γεμάτη αξιοπρέπεια. Αραιά και που, τα παράπονα κανενός πρεσβευτή ή οι δικαιολογίες που έδινε κανένας μικρολειτουργός, όταν τον υποχρέωναν να ομολογήσει, ξεσκέπαζαν κάποιον τρανό αξιωματούχο του στέμματος.

    Πολύ πιο μεγάλοι από αυτούς τους άρχοντες της πειρατείας στάθηκαν οι Κίλλιγκριου της Κορνουάλλης. Αυτή η παλιά οικογένεια, που έδωσε στο έθνος πλήθος διαλεχτούς υπουργούς, διπλωμάτες και στρατιωτικούς, γέννησε μια πραγματική ολιγαρχία

κεφαλαιοκράτες κουρσάρους. Λίκνο της οικογένειας ήταν το Άρουενακ στην Κορνουάλλη και αρχηγός της την εποχή της Ελισάβετ και βασιλικός κυβερνήτης, με κληρονομικό δικαίωμα, του πύργου του Πέντεννις. Δρούσε σαν ένα είδος γενικός διευθυντής των υποθέσεων της οικογένειας.

    Ο πατέρας του σερ Τζων είχε κάνει πειρατής και ο θείος του, ο Πήτερ, κούρσευε στα νιάτα του στη θάλασσα της Ιρλανδίας. Ένας από τους συγγενείς του, ο σερ Τζων Ουόγκαν, αντιναύαρχος της Νότιας Ουαλίας, φρόντιζε για τα συμφέροντα της οικογένειας στην ακτή. Και αυτός δικάστηκε για πειρατεία. Κάποιος άλλος συγγενής έκανε το μεσίτη στην ίδια του την περιοχή της Κορνουάλλης. Διάφοροι άλλοι συγγενείς εποπτεύανε τα υποκαταστήματα σε όλη την ακτή του Ντήβον και του Ντόρσετ.

    Όχι μόνο η κλεπταποδοχή και το μοίρασμα, αλλά ακόμα και όλες οι λεπτομέρειες των υποθέσεων, εκτός από τις ουσιαστικές επιχειρήσεις της λεηλασίας στη θάλασσα, ήταν στα χέρια αυτής της οικογένειας. Η πληρωμή των πληρωμάτων και τα άλλα έξοδα, μαζί με τις δωροδοκίες των υπαλλήλων, η αγορά και το νοίκιασμα των καραβιών, η τροφοδότηση καθώς και οι συνεισφορές σε χρήμα που προσφέρονταν από τους ευγενείς του Ντόρσετ, του Ντήβον και της Κορνουάλλης, μ’ όλο που καμιά φορά έδιναν την ευκαιρία και σε κανένα ευγενή του Σόμερσετ να πάρει μέρος. Ο πειρατής – καπετάνιος δεν έπαιρνε παρά το ένα πέμπτο της αξίας των λαφύρων που έφερνε πίσω, ενώ τα πολλά κέρδη πήγαιναν στους κλεπταποδόχους.

    Το Φάλμουθ ήταν το πιο σημαντικό από οποιοδήποτε άλλο λιμάνι της Αγγλίας για το εμπόριο των λαφύρων των πειρατών, γιατί ήταν η γενέτειρα των Κίλλιγκριου. Το όμορφο σπίτι τους στο Άρουενακ υψωνόταν κοντά στη θάλασσα σε μια απόμερη γωνιά του λιμανιού του Φάλμουθ και είχε ιδιωτικό και κρυφό δρόμο που οδηγούσε στη θάλασσα. Ο πύργος του Πέντεννις ήταν το μόνο κτίσμα ολόγυρα και μ’ όλο τον οπλισμό του, που ξεπερνούσε τα εκατό κανόνια, ήταν για τα καράβια των πειρατών περισσότερο καταφύγιο παρά φοβέρα. Στο Άρουενακ η λαίδη Κίλλιγκριου πρόσφερε τη φιλοξενία της στους πιο καθωσπρέπει πειρατές και οι συγγενείς των Κίλλιγκριου έκαναν το ίδιο στα σπίτια τους. Ένας αξιόλογος αρχιπειρατής που δρούσε στο στενό του Μπρίστολ και στις ακτές της Ουαλίας, κατοικούσε, όταν έβγαινε στην ξηρά, στο σπίτι του εκπροσώπου του ναυαρχείου. Το συνδικάτο εξασφάλιζε την ανάπαυση και την καλοπέραση των πληρωμάτων σε στρατώνες, που ο προορισμός τους ήταν γνωστός, στα λιμάνια όπου μεταφέρονταν τα κλοπιμαία.

    Ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο δείχνει καθαρά ως ποιο σημείο το Φάλμουθ πρόσφερε καταφύγιο στους πειρατές. Μια μέρα ένας πειρατής μπήκε στο λιμάνι με το καράβι του, βρέθηκε όμως ξαφνικά αντιμέτωπος με πολλά βασιλικά πολεμικά καράβια, που ήταν αγκυροβολημένα εκεί. Η κατάσταση ήταν λεπτή, ξεκαθάρισε όμως γρήγορα από το τακτ του Σερ Τζων Κίλλιγκριου. Ο αντιναύαρχος της Κορνουάλλης πήγε χωρίς καμιά καθυστέρηση στη ναυαρχίδα της μοίρας και έμεινε κλεισμένος εκεί μερικές ώρες με τον αρχαιότερο αξιωματικό της ναυτικής δύναμης, τον πλοίαρχο Τζόουνς. Αυτή η συνομιλία είχε σαν αποτέλεσμα μια συμφωνία. Ο πλοίαρχος Τζόουνς να πάει μία μικρή εκδρομή στο εσωτερικό με έξοδα των Κίλλιγκριου. Έφυγε με εκατό λίρες χαρτζιλίκι και έτσι ο πειρατής μπόρεσε να ξεφορτώσει με κάθε ελευθερία το φορτίο του.

    Η γριά λαίδη Κίλλιγκριου, μια καταπληκτική γυναίκα, είχε βοηθήσει τον πατέρα της Φίλιπ Γούλβερστον, ένα διακεκριμένο ευγενή πειρατή του Σάφφολκ, πριν γίνει συνεργάτρια αξίας για τον άντρα της. Το 1582 ξεπέρασε τα όρια. Την πρωτοχρονιά ένα καράβι της Χάνσας, με εκατό σαράντα τόνους ωφέλιμο φορτίο, σπρώχτηκε από την

κακοκαιρία στο λιμάνι του Φάλμουθ. Άραξε ακριβώς απέναντι στο Άρουενακ. Αφού το σπίτι αυτό ήταν η έδρα του επιτρόπου καταδίωξης της πειρατείας στην Κορνουάλλη και αφού η Αγγλία βρισκόταν σε ειρήνη με τον υπόλοιπο κόσμο, ο καπετάνιος μπορούσε να ελπίζει, με κάθε λογική, πως δε θα είχε να φοβηθεί τίποτε. Η Εξοχότητά της όμως είδε το καράβι από το παράθυρο του σαλονιού της. Ζήτησε πληροφορίες και έμαθε πως μετέφερε εμπορεύματα αξίας. Στο μεταξύ οι ιδιοκτήτες του καραβιού που επέβαιναν στο πλοίο είχαν πάει στο Πένρυν για να περιμένουν στο πανδοχείο να ξαναφτιάξει ο καιρός.

    Στις 7 Ιανουαρίου, τη νύχτα, μια μεγάλη βάρκα γεμάτη οπλισμένους ως τα δόντια, υπηρέτες του Σερ Τζων Κίλλιγκριου, και με την ίδια τη λαίδη Κίλλιγκριου στο τιμόνι, ξεκίνησε από την παραλία. Φτάνοντας στο καράβι, τα παλικάρια της Κορνουάλλης, κάτω από τις οδηγίες της Εξοχότητάς της, πήδησαν στη γέφυρα, αιφνιδίασαν τους άντρες, τους έσφαξαν και πέταξαν τα κορμιά τους στη θάλασσα. Η λαίδη Κίλλιγκριου γύρισε στο σπίτι της με πολλά κομμάτια ολλανδική τσόχα και δυο βαρελάκια πιάστρα, ενώ οι ναυτικοί της Κορνουάλλης οδηγούσαν το καράβι στην Ιρλανδία, όπου ξεπουλήθηκαν τα υπόλοιπα λάφυρα. Οι ιδιοκτήτες υπέβαλαν αμέσως μια καταγγελία με όλους τους τύπους στους επιτρόπους δίωξης της πειρατείας στην Κορνουάλλη. Πρόεδρος των επιτρόπων ήταν ο γιος της λαίδης Κίλλιγκριου, που είχε οργανώσει την επίθεση. Αφού έγινε έρευνα, διαπιστώθηκε πως καμιά μαρτυρία δεν μπορούσε να ενοχοποιήσει κανένα γνωστό πρόσωπο. Οι ένορκοι έβγαλαν απαλλακτική απόφαση. Βέβαια είχαν κλέψει το καράβι, δεν μπορούσαν όμως να πουν ποιος το είχε κάνει αυτό.

    Οι ιδιοκτήτες του καραβιού ήταν επίμονοι. Πήγαν στο Λονδίνο και υπέβαλαν την καταγγελία τους στην ανώτατη αρχή, με αποτέλεσμα ο Κόμης του Μπέντφορντ, μέλος του ιδιαιτέρου Συμβουλίου, να δώσει εντολή να αρχίσει ανάκριση γι’ αυτήν την υπόθεση και να γίνουν έρευνες. Στο τέλος της ανάκρισης αυτής, η λαίδη Κίλλιγκριου και δύο συνεργάτες της παραπέμφθηκαν στο κακουργιοδικείο όπου κηρύχθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Οι δύο άντρες εκτελέστηκαν, η λαίδη Κίλλιγκριου όμως πήρε χάρη την τελευταία στιγμή.

    Ενώ η Ελισάβετ στάθηκε γενικά αυστηρή για τους πειρατές που δρούσαν στα εθνικά νερά, έδειξε κάτι περισσότερο από επιείκεια σε εκείνους που διακινδύνευαν πιο μακριά. Καθώς η εχθρότητα του έθνους εναντίον των Ισπανών αύξαινε αδιάκοπα, όχι μόνο έκλεινε τα μάτια για τις επιθέσεις εναντίον τους, αλλά και ενδιαφέρθηκε οικονομικά για τις επιχειρήσεις των πειρατών. Σε καιρό πολέμου η πειρατεία πάντα λίγο – πολύ είχε την έγκριση του κράτους, στην εποχή της Ελισάβετ όμως το κράτος έγινε συνένοχός της, ενώ η Αγγλία είχε ειρήνη με όλο τον κόσμο. Αποτέλεσμα αυτής της ημιεπίσημης ενθάρρυνσης στάθηκε όχι μόνο η συρροή σημαντικού πλούτου σε μια χώρα φτωχή, αλλά και κάτι ακόμα πιο σημαντικό, η ανάπτυξη μιας ράτσας γερών ναυτικών που θα έσωζαν τη Αγγλία, όταν κινδύνεψε, και που αφού προκάλεσαν την παρακμή του κυριότερου εχθρού της, την έκαναν περήφανη κυρίαρχο στις θάλασσες.

    Προς τη δύση, προς τα χώματα της Αμερικής, τα απέραντα και ελάχιστα γνωστά, από όπου ερχόταν το χρυσάφι, οι πιο τυχοδιώκτες από τους υπηκόους της Ελισάβετ έριχναν ματιές ζήλειας. Η πίεση που αντιμετώπιζαν οι πιο επιθετικοί πειρατές στα εθνικά νερά τους, τους έσπρωχναν ολοένα πιο μακριά από την Αγγλία και από το νόμο. Έτσι μερικοί από αυτούς προσχώρησαν στους Μαυριτανούς της Μπαρμπαριάς για να ζήσουν σε κανένα από τα μαυριτανικά φρούρια και να αλλαξοπιστήσουν, ενώ άλλοι που προτιμούσαν να μείνουν χριστιανοί , μετανάστευσαν στις Αντίλλες και στα Κανάρια νησιά και αρμένιζαν στον Ατλαντικό με την ελπίδα να αιχμαλωτίσουν κανένα γαλιόνι,

που γύριζε αργά στην Ισπανία κουβαλώντας ένα βαρύ φορτίο χρυσάφι και πολύτιμα

πετράδια. Σημαντικές πρέζες περίμεναν λοιπόν τους πιο παράτολμους ναυτικούς, που δε δίσταζαν να πάνε στις Αντίλλες και στην περιοχή όπου κυριαρχούσε η Ισπανία. Έτσι γεννήθηκε η πιο τολμηρή και η πιο ελκυστική από όλες τις περιπέτειες, η μεγάλη πειρατεία του Ατλαντικού Ωκεανού, και αναπτύχθηκε η μεγάλη ράτσα των Άγγλων κουρσάρων.


Τέλος εντέκατου μέρους.