ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΕΡΜΙΟΝΗΣ

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ Μέρος δέκατο τέταρτο



Κάλικο Τζακ

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ Δέκατο τέταρτο μέρος



Δημήτρης Τουτουντζής



Οι πειρατές της Βόρειας Αμερικής.   



    Στο τέλος του 17ου αιώνα δύο νέα περιστατικά αλλάξανε ακόμα μια φορά το χαρακτήρα της πειρατείας. Το πρώτο ήταν η αύξηση της παρακολούθησης που ασκούσανε τα καράβια των διαφόρων κρατών στα μητροπολιτικά νερά, παρακολούθησης που σιγά – σιγά υποχρέωσε τους λιγότερο τυχοδιώκτες από τους ληστές της θάλασσας να επιδοθούν σε επαγγέλματα πιο σύμφωνα με μια πολιτισμένη κοινωνική ζωή, ενώ οι αδιάλλακτοι πειρατές υποχρεώνονταν να αναζητήσουν νέα πεδία δράσης για να ασκήσουν τα ταλέντα τους. Αυτή η επαγρύπνηση, σε συνδυασμό μα την αυξανόμενη αδιαφορία των αποίκων για τις επιχειρήσεις τους, έδιωξε τους μπουκανιέρους προς τις θάλασσες που δεν τους ήταν γνωστές. Το άλλο νέο περιστατικό είναι οι σχέσεις ανάμεσα στη Μεγάλη Βρετανία και τις αποικίες της Βόρειας Αμερικής.

    Το 1696 η Αγγλική Βουλή ψήφισε ένα νόμο ναυσιπλοΐας με σκοπό να αποκλείσει όλα τα έθνη, εκτός από την Αγγλία, από το εμπόριο με τις αγγλικές αποικίες. Η Ισπανία είχε αποκαλύψει παλιότερα τη τρέλα αυτού του είδους των νόμων, η πείρα αυτή όμως δεν εμπόδισε τους Άγγλους, τους Γάλλους και τους Ολλανδούς να εφαρμόσουν ανάλογες αποφάσεις. Ο νόμος της ναυσιπλοΐας π.χ. απαγόρευε την εισαγωγή στη Νέα Αγγλία, ή σε οποιαδήποτε άλλη αμερικανική αποικία, προϊόντων της Ανατολής παρά μόνο δια μέσου της Αγγλίας. Πρόσθετε έτσι τεράστια έξοδα στις τιμές τους. Σαν επακόλουθο, οι άποικοι αρχίσανε να αγοράζουν εμπορεύματα από το παράνομο εμπόριο κάθε φορά που μπορούσαν και έτσι εμφανίσθηκε μια καινούργια σχολή
πειρατείας, που για ορισμένο διάστημα γνώρισε μεγάλη ευημερία.

    Αμέσως μετά το νόμο της ναυσιπλοΐας ακολούθησε η ειρήνη του Ρύσβικ το 1697, που έβαλε τέρμα στο μεγαλύτερο μέρος των επιχειρήσεων στις Αντίλλες, ενώ δεκάξι χρόνια αργότερα οι πόλεμοι της διαδοχής που είχαν κρατήσει κάπου μισό αιώνα, τερματίζονταν με την ειρήνη της Ουτρέχτης ανάμεσα στην Αγγλία και τη Γαλλία. Έτσι χιλιάδες κουρσάροι έμειναν άνεργοι και χρειαζόταν να υπάρχει αρκετό ναυτικό εμπόριο για να δώσει ένα τίμιο επάγγελμα στα πληρώματα αυτά. Μερικοί βέβαια, εγκαταστάθηκαν στην ξηρά στο ένα ή στο άλλο επάγγελμα, εκατοντάδες όμως από αυτούς τους ανθρώπους, από τους πιο σκληρούς, βρίσκονταν τότε χωρίς κανένα μέσο για να βγάλουν το ψωμί τους. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ενωθούν και να βγουν στη θάλασσα όπως πριν, αυτή τη φορά όμως χωρίς εντολές. Αυτοί οι άνθρωποι, που δεν είχαν να χάσουν τίποτε, δε λογάριαζαν και τίποτε, δίκαια λένε γι’ αυτούς πως είχαν κηρύξει τον πόλεμο σε όλα τα έθνη.

    Στο τέλος του 17ου αιώνα υπήρχε ένα ταχτικό δρομολόγιο των πειρατών. Μια ομάδα ναυτικοί αρματώνανε ένα καράβι σε ένα από τα λιμάνια της Νέας Αγγλίας και σαλπάρανε για την Ερυθρά Θάλασσα, τον Περσικό κόλπο ή την ακτή του Μαλαμπάρ. Η αυτοκρατορία του Μεγάλου Μογγόλου στις Ινδίες βρισκόταν τότε σε προχωρημένη κατάσταση κατάπτωσης και αναρχίας και ακόμα δεν είχε πολεμικά καράβια για να αμυνθεί. Ωστόσο γινόταν ένα σημαντικό εμπόριο των ιθαγενών, με καράβια που ταξίδευαν κοντά στις ακτές και με πληρώματα από Μαυριτανούς. Αυτά ήταν εύκολη λεία για τους καλά οπλισμένους και αλύπητους Άγγλους και Αμερικανούς πειρατές, που

περιμένανε σε μερικά καλοδιαλεγμένα σημεία. Αφού φόρτωναν τα καράβια τους με πλιάτσικο, μεταξωτά και πολύτιμα κεντήματα της Ανατολής, με τζοβαϊρικά και χρυσά και ασημένια κοσμήματα, οι πειρατές γυρνούσαν στα λιμάνια των αποικιών όπου δεν τους έκαναν αδιάκριτες ερωτήσεις και ήταν σίγουροι πως θα βρουν αγοραστές.

    Έβρισκε πάντα κανείς στη Βοστόνη και στη Νέα Υόρκη άφθονους εθελοντές για να σχηματίσει τα πληρώματα αυτών των καραβιών. Στις Αντίλλες υπήρχαν πολλά σίγουρα λιμάνια, όπου οι «ταξιδιώτες» αυτοί μπορούσαν να βρουν τρόφιμα και άλλα εφόδια. Μόλις καβατζάρανε το Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας, το μεγάλο νησί της Μαδαγασκάρης έδινε άσυλο σε όλους τους παλιανθρώπους που ήθελαν να βγουν στην ξηρά. Όταν έφταναν στις θάλασσες της Ανατολής, ο μόνος κίνδυνος που διατρέχανε ήταν να συναντήσουν ολλανδικά καράβια. Αν τους τύχαινε να πιαστούν από κανένα αγγλικό καράβι της Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών και οδηγούνταν σε ένα από τα πρακτορεία της Εταιρείας, ήταν στην ουσία προστατευμένοι από κάθε τιμωρία, γιατί η Εταιρεία δεν είχε δικαιώματα παρά μόνο στο προσωπικό της και δεν είχε δικαστήρια του Ναυαρχείου για να δικάζει ναυτικούς ενόχους του εγκλήματος της πειρατείας. Το ίδιο συνέβαινε στη Νέα Αγγλία, όπου δεν υπήρχαν δικαστήρια Ναυαρχείου. Έτσι το έξοδο, η καθυστέρηση και οι περιπλοκές της αποστολής των φυλακισμένων καθώς και των μαρτύρων στην Αγγλία, κατέληγε στο ουσιαστικό αποτέλεσμα κανένας ένοχος να μην εμφανίζεται στα δικαστήρια.

    Ανάμεσα στους πολλούς πειρατές που ακολουθούσαν το δρομολόγιο των πειρατών, οι δύο πιο φημισμένοι στάθηκαν ο Αίηβερυ και ο Κιντ. Ο καπετάνιος Τζων Αίηβερυ, ή αλλιώς Χένρυ Έβερυ, ή Μπρίτζμαν, ήταν με κάποιο τρόπο ο πιο δημοφιλής από όλους τους πειρατές και όπως όλες οι δημοφιλείς προσωπικότητες, ήταν γνωστός με το παρατσούκλι «Λογκ Μπεν». Δημοσιεύθηκαν πολλές βιογραφίες του Αίηβερυ.

    Ο Αίηβερυ είχε γεννηθεί κοντά στο Πλύμουθ γύρω στο 1665 και προοριζόταν για θαλασσινός. Αφού υπηρέτησε σε ένα εμπορικό καράβι όπου έκανε πολλά ταξίδια, διορίστηκε πρώτος αξιωματικός σε ένα εξοπλισμένο κουρσάρικο, το «Ντιούκ», με κυβερνήτη κάποιον καπετάνιο Τζίμπσον. Σαλπάρανε από το Μπρίστολ για το Κάντιθ, γιατί είχαν νοικιαστεί από την ισπανική κυβέρνηση για να υπηρετήσουν στις Αντίλλες εναντίον των Γάλλων κουρσάρων. Για πολύ καιρό το «Ντιούκ» έμεινε αγκυροβολημένο στο λιμάνι του Κάντιθ περιμένοντας διαταγές και οι αργόσχολοι ναύτες δεν έκαναν τίποτε για να απασχολήσουν τη δραστηριότητά τους. Ο Αίηβερυ άρχισε να κάνει προτάσεις στο πλήρωμα και βρίσκοντας πολλούς εθελοντές, συνωμότησε να κάνει στάση. Ο καπετάνιος και πολλοί άλλοι, που αρνήθηκαν να ενωθούν μαζί τους, μπαρκαρίστηκαν σε μια βάρκα για να γυρίσουν στην ξηρά, ενώ το «Ντιούκ», αφού ξαναβαφτίστηκε νομιμόφρονα «Κάρολος  Β΄», σάλπαρε κάτω από τις διαταγές του Αίηβερυ.

    Το πρώτο κατόρθωμα στάθηκε μια επίσκεψη στο νησί Μάυ, όπου αρπάξανε τον Πορτογάλο κυβερνήτη, που κρατήθηκε όμηρος ώσπου στάλθηκαν τρόφιμα στο καράβι. Έπειτα τραβήξανε για τη Γουινέα, αιχμαλωτίζοντας και λεηλατώντας στο δρόμο τρία αγγλικά καράβια. Αφού έκλεψαν χρυσάφι και μερικούς αράπηδες από την ακτή της Γουινέας, καβατζάρανε το Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας και έφτασαν στη Μαδαγασκάρη. Από εκεί σαλπάρανε για την Ερυθρά Θάλασσα με σκοπό να παραμονέψουν το στόλο της Μόκα, που περίμεναν το γυρισμό του.

    Τελικά φάνηκε ο στόλος που περίμεναν και ο καπετάνιος Αίηβερυ, διαλέγοντας το μεγαλύτερο καράβι, άνοιξε μάχη μαζί του. Σε δύο ώρες ο εχθρός παραδόθηκε. Ήταν το «Γκάνσουαιη», ιδιοκτησία του Μεγάλου Μογγόλου και πήραν από εκατό χιλιάδες

πιάστρα και μαζί εκατό χιλιάδες τσεκίνια και πολλούς τρανούς αξιωματούχους του

Μογγόλου, που γυρίζανε από το χατζηλίκι της Μέκκας. Μια αναπάντεχη συνέπεια αυτής της επιτυχημένης επιχείρησης ήταν πως ο Μεγάλος Μογγόλος, έξαλλος από την προσβολή , φοβέριζε πως θα εκδικηθεί την Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών γκρεμίζοντας τις εγκαταστάσεις της. Η επείγουσα έκκληση της Εταιρείας, που ζητούσε τη βοήθεια της κυβέρνησης, έστειλα κάμποσους πειρατές στο ικρίωμα, ο Αίηβερυ έφτασε στη Βοστόνη το 1696, όπου φαίνεται πως δωροδόκησε την κυβερνήτη για να του επιτρέψουν να μπει χωρίς φασαρία, αυτός και το πλήρωμά του, με το πλιάτσικό τους στο λιμάνι. Δεν έμεινε πολύ στη Βοστόνη, αλλά έκανε πανιά για τη Βόρεια Ιρλανδία, όπου πούλησε το καράβι του. Το πλήρωμα σκόρπισε και ο καθένας πήρε το δρόμο του μαζί με το μερτικό του από το πλιάτσικο. Ο Αίηβερυ δοκίμασε να πουλήσει μερικά από τα διαμάντια του στο Δουβλίνο, χωρίς όμως επιτυχία. Πιστεύοντας πως θα μπορούσε να τα διαθέσει ευκολότερα στην Αγγλία, πήγε στο Μπάϊντφορντ του Ντήβον. Έζησε εκεί με ψεύτικο όνομα και ήρθε σε επαφή, διά μέσου φίλου του, με ορισμένους εμπόρους του Μπρίστολ. Αυτοί ήρθαν να τον δουν, δεχτήκανε τα διαμάντια του μερικά χρυσά βάζα, του έδωσαν μια φούχτα γκινέες για τις άμεσες ανάγκες του και γυρίσανε στο Μπρίστολ με τις πολύτιμες πέτρες, αφού του υποσχεθήκανε πως θα του στείλουν τα χρήματα που θα εισπράττανε.

    Ο καιρός περνούσε και ο Αίηβερυ δεν έπαιρνε ούτε ειδήσεις ούτε χρήματα από τους εμπόρους του Μπρίστολ, και έτσι άρχισε να καταλαβαίνει πως υπήρχαν πειρατές και στην ξηρά όπως και στη θάλασσα. Τα συχνά γράμματά του στους εμπόρους του είχαν σαν αποτέλεσμα το πολύ την αποστολή μερικών σελινιών, που τα ξόδευε αμέσως για να αντιμετωπίσει τις απλούστερες ανάγκες της ζωής. Στο τέλος, καθώς βρισκόταν σε απελπιστική κατάσταση, αρρώστησε και πέθανε χωρίς να έχει ούτε το αναγκαίο ποσό για την αγορά του φέρετρού του.

    Το πιο φημισμένο όνομα στα χρονικά της πειρατείας είναι ίσως του Ουίλλιαμ Κιντ. Γεννήθηκε στο Γκρήνοκ γύρω στο 1645 και πήρε καλή ανατροφή, γιατί ο πατέρας του ήταν, τουλάχιστον έτσι λένε, καλβινιστής ιερωμένος σ’ αυτό το μικρό, αλλά αναπτυσσόμενο λιμάνι. Για πολλά χρόνια ο Κιντ ταξίδευε σαν τίμιος ναυτικός και μια φορά διοίκησε ένα αγγλικό κουρσάρικο στις αμερικανικές θάλασσες. Ήταν ιδιοκτήτης ενός όμορφου σπιτιού στη Νέα Υόρκη, όπου ζούσε η γυναίκα και τα παιδιά του και φαίνεται πως ήταν αρκετά εύπορος, γιατί είχε πολλά εμπορικά καράβια δικά του.

    Το 1695, ο κυβερνήτης της Μασαχουσέτης, ο κόμης του Μπέλλομοντ, έλαβε οδηγίες από την Αγγλία να πάρει μέτρα για να καταστρέψει τους πειρατές που λυμαίνονταν τις ακτές της Νέας Αγγλίας. Διαλέξανε τον πλοίαρχο Κιντ για να εκτελέσει αυτή τη δύσκολη αποστολή και ο βασιλιάς Γουλιέλμος  Γ΄ του έδωσε εντολή που του επέτρεπε να πιάσει ορισμένους πειρατές ιδιαίτερα τον Τόμας Τιού, τον Τόμας Ουέικ, τον Ουίλλιαμ Μέιζ, τον Τζων Άιρλαντ καθώς και όλους τους άλλους πειρατές, φλιμπουστιέρους ή ληστές της θάλασσας κάθε λογής.

    Από την αρχή μια τέτοια επιχείρηση δεν προδίκαζε τίποτε το καλό, γιατί αντί να πληρώνονται για τη δουλειά τους, ο καπετάνιος και το πλήρωμα προσληφθήκανε με βάση το θλιβερό αξίωμα «Δεν έχει πλιάτσικο, δεν έχει μισθό». Ούτε καν αρμάτωσε τη επιχείρηση η κυβέρνηση. Το καράβι, όλο το υλικό του και ο εφοδιασμός του πληρώθηκαν από μια εταιρεία και κάθε συνέταιρος που πήρε μέρος στα έξοδα θα έπαιρνε ένα ποσοστό από το πλιάτσικο στην επιστροφή. Οι αριστοκράτες μέτοχοι αυτής της εταιρείας ήταν όλοι λόρδοι, με προεξάρχοντα το λόρδο Μπέλλομοντ και τελευταίος

Όχι όμως από τους μικρότερους, ο πλοίαρχος Κιντ, που αγόρασε ένα μερτικό ίσο με το πέμπτο του συνόλου.

    Το καράβι του Κιντ, το «Αντβέντιουρ Γκάλλευ», με πλήρωμα εκατόν πενήντα πέντε άντρες, έφυγε από τη Νέα Υόρκη το Σεπτέμβριο του 1696 και δεν ακούστηκε να μιλούν γ’ αυτό για πολλούς μήνες. Πληροφορίες έλεγαν που έφτασαν στην Αγγλία και στη Μασαχουσέτη έλεγαν πως ο Κιντ, αντί να πιάνει τους πειρατές, είχε γίνει ο ίδιος πειρατής και έκανε θραύσει στον Ινδικό ωκεανό.

    Αφού έφυγε από τη Νέα Υόρκη με το «Αντβέντιουρ Γκάλλευ», ο Κιντ είχε τραβήξει γραμμή για τη Μαδέρα, για να προμηθευτεί φρούτα και κρασί, έπειτα είχε πιάσει στα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου για να πάρει νερό. Καβατζάρισε μετά το Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας και δεν έφτασε στην Ερυθρά θάλασσα παρά ύστερα από ένα χρόνο αφού έφυγε από την Αμερική. Στις 20 Σεπτεμβρίου άρπαξε από ένα μαυριτανικό καράβι μερικές μπάλες πιπέρι και καφέ καθώς και σμύρνα. Έπειτα ταξίδεψε στην ακτή του Καρβάρ, χωρίς να συναντήσει τίποτε που να μπορεί να αιχμαλωτίσει. Σε έναν καυγά με τον αρχικανονιέρη του Ουίλλιαμ Μουρ, άρπαξε έναν κουβά με σιδερένια στεφάνια και χτύπησε τον Μουρ τόσο άγρια στο κεφάλι, ώστε πέθανε την επόμενη μέρα και αυτή η πράξη μάλλον παρά η πειρατεία κατέληξε να οδηγήσει τον Κιντ στην κρεμάλα.

    Ως τότε ο Κιντ φαίνεται πως προσπαθούσε, με κάποια απροθυμία, να εκτελέσει τις οδηγίες του, ύστερα όμως από το φόνο του Μουρ έγινε ξεκάθαρα πειρατής. Σαν πειρατής ο Κιντ δείχτηκε πιο τυχερός παρά σαν αστυνομικός. Αφού αιχμαλώτισε διάφορα μικρά καράβια, συνάντησε την πιο όμορφη πρέζα του. Ήταν το «Κένταχ Μέρτσαντ», ένα καράβι κάπου πεντακοσίων τόνων. Το καράβι αυτό είχε φύγει από τη Βεγγάλη με προορισμό το Σουράτ, και το αιχμαλώτισε στ’ ανοιχτά της ακτής του Μαλαμπάρ. Ανακάλυψε επάνω του ένα σημαντικό φορτίο από μεταξωτά, μουσελίνες, ζάχαρη, σίδερο, νίτρο, χρυσάφι και άλλα.

    Βρίσκοντας πως είχαν εξασφαλίσει την τύχη τους, οι πειρατές τράβηξαν για το γνωστό οχυρό της Μαδαγασκάρης. Όλο το πλιάτσικο ξεφορτώθηκε από το «Αντβέντιουρ» και μοιράστηκε. Ο Κιντ πήρε σαράντα μερτικά για λογαριασμό του και τα υπόλοιπα μοιράστηκαν ανάμεσα στα εκατόν πενήντα μέλη του πληρώματος. Εκεί ο Κιντ συνάντησε ένα γνωστό πειρατή, τον Κάλλιφορντ, που καταζητούνταν, αντί όμως να τον συλλάβει, συναδελφώθηκε μαζί του.

    Το Σεπτέμβριο του 1698 ο Κιντ σαλπάρησε από τη Μαδαγασκάρη επάνω στο «Κένταχ Μέρτσαντ», που ήταν γεμάτο με πλούσιο φορτίο εμπορεύματα, τζοβαϊρικά, χρυσάφι και πιάστρα. Η πρώτη ξηρά που έπιασαν ήταν η Αγκουίλλα στις Αντίλλες. Ο Κιντ έστειλε μερικούς άντρες στην ξηρά, που γύρισαν με το δυσάρεστο μαντάτο πως ο Κιντ και όλο του το πλήρωμα είχαν κηρυχτεί πειρατές. Ο αρχιπειρατής έφυγε αμέσως για την Νέα Υόρκη με το μικρό καράβι «Αντώνιο» και τράβηξε για τη Νέα Αγγλία, αφήνοντας το «Κένταχ Μέρτσαντ» στην Ισπανιόλα με διαταγή να περιμένει την επιστροφή του.

    Αν ο Κιντ φανταζόταν πως μπορούσε να ξεγελάσει τον Μπέλλομοντ ώστε να κερδίσει τη συγγνώμη του, έκανε μεγάλο λάθος. Το σκάνδαλο είχε παρακάνει θόρυβο και ο Κιντ πιάστηκε την ώρα που πάτησε στην ξηρά. Δικάστηκε το 1701 Μαΐου και κρεμάστηκε στο Εξεκούσιον Ντοκ.

    Μιλήσαμε ιδιαίτερα για δύο πειρατές, τον Αίηβερυ και τον Κιντ, γιατί αυτοί οι δύο έβαλαν τη σφραγίδα τους στο επάγγελμά τους. Παρουσιάστηκαν όμως και άλλοι, που είχαν τα ίδια προσόντα μ’ αυτούς, δεν τράβηξαν όμως την προσοχή του κοινού στον ίδιο βαθμό. Ο μέσος πειρατής, όπως παρατηρήσανε , δεν αναζητούσε τη διασημότητα.

Αρκούνταν να παίρνει το πλιάτσικό του και ύστερα αποτραβιόταν στη σκιά, για να ξοδέψει όπως του άρεσε τα κέρδη του, χωρίς να έχει την παραμικρή επιθυμία να ακούσει τον κόσμο να αντιλαλεί από το θόρυβο των κατορθωμάτων του. Κατά συνέπεια δε θα ξέραμε πολλά πράγματα για τη ζωή και τα έργα αυτών των ανθρώπων, αν κάποιος πλοίαρχος Τζόνσον δεν είχε γράψει ένα βιβλίο γι’ αυτό το θέμα, η έκδοση του οποίου  έγινε το 1724. Δε μάθαμε ποτέ τίποτα για το συγγραφέα. Όποια και αν ήταν η προσωπικότητά του, είναι βέβαιο πως ήξερε πολύ καλά τις πράξεις των πειρατών.

    Δεν είναι δυνατό να δώσουμε εδώ ούτε μια περίληψη από τις βιογραφίες όλων των ηρώων του Τζόνσον. Θα αναφερθούμε όμως στον καπετάνιο Μπαρθόλομιου Ρόμπερτς, που όπως και τόσοι άλλοι πειρατές, καταγόταν από την Ουαλία. Ήταν αξιόλογος ακόμα και ανάμεσα στους αξιόλογους συντρόφους του, για πολλούς λόγους. Πρώτα απ’ όλα δεν έπινε παρά μόνο τσάι. Είναι έτσι ο μοναδικός που απέχει από τα οινοπνευματώδη ποτά σε όλη την αδελφότητα. Ήταν ακόμα μανιακός με την πειθαρχία και στο καράβι του όλα τα φώτα έπρεπε να είχαν σβήσει στις οχτώ το βράδυ. Όποιος άντρας από το πλήρωμα ήθελε να εξακολουθήσει να πίνει ύστερα από αυτή την ώρα, έπρεπε να το κάνει στη γέφυρα. Δε δεχόταν γυναίκες στα καράβια του. Έβγαλε μάλιστα νόμο πως όποιος από το πλήρωμα έφερνε στο καράβι γυναίκα μεταμφιεσμένη σε άντρα, θα τιμωριόταν με θάνατο. Ούτε επέτρεπε να παίζουν με χρήματα χαρτιά ή ζάρια. Συνήθιζε να βάζει φρουρά για να προστατεύει τις γυναίκες που αιχμαλώτιζε και υπάρχει η υποψία πως ο συναγωνισμός ήταν μεγάλος ανάμεσα στους χειρότερους παλιανθρώπους του πληρώματος για ποιος θα υποδειχθεί για φρουρός. Κανένα καυγάς δεν ήταν ανεκτός ανάμεσα στους άντρες του πληρώματός του. Όλες οι διαφορές έπρεπε να λυθούν στην ξηρά, όπου οι αντίπαλοι στέκονταν πλάτη με πλάτη οπλισμένοι με πιστόλι και μαχαίρι σύμφωνα με τις συνήθειες των πειρατών.

    Ο Μπαρθόλομιου, που στολιζόταν για τη μάχη, ήταν καταπληκτικό πράγμα, «γόης» ανάμεσα στους πειρατές. Ψηλός μελαχρινός, συνήθιζε να φοράει μια ζακέτα και ένα παντελόνι από πλούσιο δαμασκηνό ύφασμα, ένα κόκκινο φτερό στο καπέλο και γύρω από τα λαιμό μια χρυσή αλυσίδα, από όπου κρεμόταν ένας μεγάλος διαμαντένιος σταυρός. Κρατούσε στα χέρια ένα σπαθί και δύο πιστόλια περασμένα σε ένα μεταξωτό κορδόνι, που κρεμόταν από το λαιμό.

    Η πρώτη φορά που ακούμε να γίνεται λόγος γι’ αυτόν είναι όταν φεύγει από το Λονδίνο το Νοέμβριο του 1719 σαν πλοίαρχος του δουλεμπορικού η «Πριγκίπισσα» με προορισμό τις ακτές της Γουινέας, για να πάρει ένα τίμιο φορτίο από έβενο (έτσι ονόμαζαν τους μαύρους σκλάβους) από το Αναμαμπόε. Εκεί το καράβι του αιχμαλωτίστηκε από έναν άλλο Ουαλλό, τον πειρατή Χάουελ Νταίηβις. Μη έχοντας δικαίωμα εκλογής, ο Ρόμπερτς προσχώρησε στους πειρατές και σύντομα έκανε αυτή τη δουλειά με την ίδια ικανότητα από οποιονδήποτε από αυτούς.

    Ο καπετάνιος Νταίηβις σκοτώθηκε σε κάποια μάχη. Οι πειρατές έκαναν συμβούλιο για να συμπληρώσουν το κενό που είχε δημιουργηθεί στην αρχηγία. Υπήρχαν πολλοί υποψήφιοι, όλοι ξύπνιοι και ζωηροί, άντρες που ξεχώριζαν με τον τίτλο «Λόρδοι». Ένας από αυτούς τους «Λόρδους», έλαβε το λόγο και είπε: «Υποστηρίζω, πως ο Ρόμπερτς, ένας λεβέντης, κατά τη γνώμη μου, είναι, που αξίζει από όλες τις απόψεις την εκτίμηση και την προτίμησή μας». Αυτή η πρόταση εγκρίθηκε με ζητωκραυγές και δεν αντιμετώπισε καμία διαφωνία. Έτσι ο νεοφερμένος εκλέχτηκε, ενώ δεν ήταν πειρατής παρά έξη μόλις μήνες. Η πραγματική αξία λοιπόν αναγνωριζόταν και αμειβόταν γρήγορα.

    Ο Ρόμπερτς δεν άργησε να δείξει στο πλήρωμα τι λογής καπετάνιο είχαν διαλέξει,

γιατί κατέλαβε και έκαψε ένα γειτονικό φρούριο, βομβάρδισε την πόλη και έβαλε φωτιά σε δύο πορτογαλικά καράβια, και όλα αυτά για να εκδικηθεί τον απόλυτα δικαιολογημένο θάνατο του μακαρίτη πλοιάρχου Νταίηβις σ’ αυτό τον τόπο.

    Ύστερα πέρασε τον Ατλαντικό και έφτασε στον κόλπο της Μπαχίας στη Βραζιλία, όπου ανακάλυψε σαράντα δύο πορτογαλικά καράβια, όλα φορτωμένα και έτοιμα να φύγουν για τη Λισσαβόνα. Ο Ρόμπερτς, με την πιο καταπληκτική τόλμη όρμισε κατευθείαν επάνω τους, ώσπου να ανακαλύψει το πιο βαρυφορτωμένο. Του ρίχτηκε, το κατέλαβε με ρεσάλτο και το πήρε μαζί του. Η πρέζα περιείχε, ανάμεσα σε άλλες πραμάτειες, σαράντα χιλιάδες μοϊντόρες (χρυσό πορτογαλικό νόμισμα) και έναν διαμαντένιο σταυρό, δώρο για το βασιλιά  της Πορτογαλίας.

    Από τη Βραζιλία ο Ρόμπερτς πήγε στις Αντίλλες, όπου λεηλάτησε το εμπόριο της Τζαμάικας και της Μπαρμπάντος. Όταν δεν μπορούσε πια να σταθεί εκεί, τράβηξε για τη Νέα Γη και έκανε θραύση στους ψαράδικους στόλους, καθώς και στις εγκαταστάσεις των Γάλλων και των Άγγλων.

    Τον Απρίλιο του 1721 ο Ρόμπερτς γύρισε στις ακτές της Γουινέας καίγοντας και λεηλατώντας. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους που έπιασε σε μια πρέζα ήταν και ένας διαμαρτυρόμενος παπάς. Τότε ο καπετάνιος εκδήλωσε ζωηρή επιθυμία να έχει έναν ιερωμένο στο καράβι του. Έκανε λοιπόν ό,τι μπορούσε να πείσει τον παπά να υπογράψει μια συμφωνία με την υπόσχεση πως τα μόνα του καθήκοντα θα ήταν να λέει τις προσευχές και να φτιάχνει το πόντσι. Ο παπάς όμως δεν πείσθηκε και τελικά τον άφησαν να φύγει με ό,τι είχε και δεν είχε, εκτός από τρία προσευχητάρια και ένα τιρ – μπουσόν, αντικείμενα που η ανάγκη τους είχε γίνει αισθητή στο «Ρόγιαλ Φόρτιουν».

    Το τέλος της σταδιοδρομίας του Ρόμπερτς πλησίαζε, και δεν ήταν πολύ νωρίς, γιατί είχε κιόλας αιχμαλωτίσει τετρακόσια καράβια, δηλαδή ρεκόρ, που από όσα ξέρουμε, δεν το έφτασε κανένας άλλος πειρατής.

    Ένα καράβι του βασιλιά, το «Σουάλλοου» με πλοίαρχο τον Τσάλονερ Όγκλ ανακάλυψε τα δύο καράβια του Ρόμπερτς στο Πάρροτ Άιλαντ (Νησί του παπαγάλου). Καθώς έκανε τάχα πως έφευγε, ένα από αυτά το κυνήγησε στ’ ανοιχτά. Ακολούθησε μια ναυμαχία και ύστερα από δύο ώρες ο πειρατής παραδόθηκε, ρίχνοντας στη θάλασσα τη μαύρη σημαία του, για να μη χρησιμοποιηθεί στη δίκη εναντίον του. Λίγες μέρες αργότερα το «Σουάλλοου» γύριζε στο Πάρροτ Άιλαντ για να απασχοληθεί με τον Ρόμπερτς και το «Ρόγιαλ Φόρτιουν».

    Ήταν πρωί και ο Ρόμπερτς έπαιρνε το πρόγευμά του, όταν του έφεραν το μαντάτο για την άφιξη του «Σουάλλοου».Αρνήθηκε να σηκωθεί από το τραπέζι. Ωστόσο όταν του είπαν πως το πολεμικό καράβι ετοιμαζόταν να επιτεθεί, ο Ρόμπερτς έτρεξε στη γέφυρα, πρόσταξε να κόψουν τα παλαμάρια και τράβηξε για τα’ ανοιχτά. Ήταν 10 Φεβρουαρίου 1722. Άρχισε ένα άγριο κανονίδι, δυστυχώς όμως το μεγαλύτερο από το πλήρωμα των πειρατών, παρά την ακατάλληλη ώρα και το παράδειγμα του καπετάνιου, ήταν μεθυσμένο και δεν μπορούσε να προβάλει μεγάλη αντίσταση. Στην αρχή της σύγκρουσης, ο Ρόμπερτς σκοτώθηκε από μια ομοβροντία μυδράλια, που τον πέτυχε στο λαιμό. Το κορμί του, ντυμένο με την επίσημη στολή, ρίχτηκε με τα όπλα και τα στολίδια του στη θάλασσα σύμφωνα με τις εντολές, που είχε δώσει όταν ζούσε. Έτσι γλύτωσε τη μοίρα του πληρώματός του. Όλοι κρεμάστηκαν στο Κέιπ Κοστ Κασλ.

    Η Ιστορία του Τσαρλς Τζόνσον είναι ανεξάντλητο χρυσωρυχείο πληροφοριών για τους πειρατές. Μ’ όλο που οι ληστές του φαίνεται να είχαν λίγες αρχές ηθικής και σχεδόν καμιά πειθαρχία, ωστόσο τους άρεσε να διατυπώνουν μεγαλόστομα άρθρα ή κανόνες για

τη συμπεριφορά τους. Να ένας κατάλογος των κανόνων που είχε καθιερώσει ο πλοίαρχος Τζων Φίλιπς, κυβερνήτης του «Ρηβέντζ», ο τελευταίος διώκτης των ψαράδων της Νέας Γης:

    1.  Όλοι θα πρέπει να υπακούουν στις ευγενικές διαταγές. Ο καπετάνιος θα δικαιούται ενάμισι μερτικό σε κάθε πρέζα. Ο λοστρόμος, ο ξυλουργός, ο υποπλοίαρχος και ο κανονιέρης ένα μερτικό και τέταρτο.

    2.  Όποιος θα προτείνει λιποταξία ή θα κρύψει οτιδήποτε από την αδελφότητα, θα εγκαταλείπεται στην ξηρά με μια μποτίλια μπαρούτι, μια μποτίλια νερό, ένα μικρό όπλο και πυρομαχικά.

    3.  Όποιος θα κλέψει οτιδήποτε από την αδελφότητα ή θα χαρτοπαίξει για ποσό μεγαλύτερο από ένα πιάστρο, θα εγκαταλείπεται ή θα ντουφεκίζεται.

    4.  Όποια στιγμή και αν συναντήσουμε άλλο πειρατικό καράβι, όποιος θα υπογράψει τα άρθρα του χωρίς την έγκριση της αδελφότητάς μας, θα υποστεί την ποινή που θα κρίνουν κατάλληλη ο καπετάνιος και η αδελφότητα.

    5.  Όποιος χτυπήσει τον άλλον όσο ισχύουν τα άρθρα αυτά, θα επιβληθεί στη γυμνή του πλάτη ο νόμος του Μωυσή (δηλαδή παρά μία τεσσαράκοντα).

    6.  Όποιος θα καταστρέψει τα όπλα του ή θα καπνίσει στο αμπάρι, χωρίς να βάλει προφυλακτήρα στο τσιμπούκι του, ή θα κρατάει αναμμένο κερί έξω από το φανάρι, θα υποβληθεί στην τιμωρία που προβλέπεται από το προηγούμενο άρθρο.

    7.  Όποιος δε διατηρεί τα όπλα του εντάξει, έτοιμα να χρησιμοποιηθούν, ή θα παραμελήσει τη βάρδια του, θα στερηθεί το μερτικό του και θα υποστεί κάθε άλλη τιμωρία που θα κρίνουν κατάλληλη ο καπετάνιος και το πλήρωμα.

    8.  Όποιος θα χάσει μια άρθρωση σε σύγκρουση, θα παίρνει 400 πιάστρα, αν είναι ολόκληρο το μέλος, θα παίρνει 800.

    9.  Αν σε οποιαδήποτε στιγμή βρεθείτε μπροστά σε μια τίμια γυναίκα, όποιος θα θελήσει να την αναγκάσει να υποκύψει στις ορέξεις του, θα θανατωθεί αμέσως.



    Αφού γράφονταν και γίνονταν κανονικά δεκτά αυτά τα άρθρα, κάθε άντρας καλούνταν να ορκιστεί πως θα τα εφάρμοζε βάζοντας το χέρι στη Βίβλο. Δυστυχώς στην περίπτωση του πλοιάρχου Φίλιπς δεν μπόρεσε να βρεθεί καμιά Βίβλος στο «Ρηβέντζ» και έτσι υποχρεώθηκαν να ορκισθούν επάνω σε ένα τσεκούρι, που κρίθηκε σαν το πιο κατάλληλο αντικείμενο.

    Όταν πια κανονίζονταν τα πολύτιμα άρθρα, με τη συνοδεία μπόλικου πόντσι από ρούμι, περνούσαν στη σημαντική διαδικασία της εκλογής μιας σημαίας που θα προκαλούσε τρόμο σε όσους θα την έβλεπαν. Πότε - πότε διάλεγαν τον «Τζόλλυ Ρότζερ», αποτελούμενο από ένα κρανίο και δύο κόκαλα σταυρωτά, μ’ όλο που πολλοί πειρατές προτιμούσαν μια σκέτη σημαία μαύρη ή κόκκινη. Μερικοί πειρατές συνθέτανε κάτι πιο πολύπλοκο, όπως π.χ. μια ανθρώπινη ανατομία, δηλαδή ένα σκελετό που κρατούσε στο ένα χέρι ένα «ράμμερ» (ένα ποτήρι πόντσι) και στο άλλο ένα σπαθί.

    Άλλος ένας διάσημος πειρατής ήταν ο Έντουαρντ Τιτς ή αλλιώς Μπλάκμπερντ, δηλαδή Μαυρογένης. Επιχειρούσε στις Δυτικές Ινδίες και την ανατολική ακτή των βρετανικών αποικιών στη βόρεια Αμερική. Αν και λίγα είναι γνωστά για τα πρώτα χρόνια της ζωής του, πιθανότατα γεννήθηκε στο Μπρίστολ της Αγγλίας το 1680. Πρόσφατες γενεαλογικές έρευνες δείχνουν ότι η οικογένειά του μετακόμισε στην Τζαμάικα όπου ο Έντουαρντ Τιτς αναφέρεται ως ναυτικός του Βασιλικού Ναυτικού το 1706. Βρέθηκε στη θάλασσα από νεαρή ηλικία και μπορεί να ήταν ναυτικός σε κουρσάρικα πλοία γιατί άρχισε τη δράση του ήδη από την περίοδο του πολέμου της Ισπανικής διαδοχής στις αρχές του 18ου αιώνα. Τελικά στράφηκε αποκλειστικά στην πειρατεία. Κατέλαβε ένα γαλλικό εμπορικό καράβι, το μετονόμασε σε «Η εκδίκηση της βασίλισσας Άννας» και το εξόπλισε. Έγινε περίφημος πειρατής και το παρατσούκλι του προέρχεται από την παχιά μαύρη γενειάδα του και τη φοβερή εμφάνισή του. Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία ήταν ιδιαίτερα ικανός στη μάχη και πολύ τρομακτικός στην όψη γρήγορα μετατράπηκε σε φόβο και τρόμο των θαλασσών της Καραϊβικής, όπου από τις αρχές του 18ου αιώνα συνέβαλλε και αυτός στη γέννηση της λεγόμενης Χρυσής Εποχής της πειρατείας.

    Ο Έντουαρντ Τιτς λεηλατούσε τους εμπορικούς δρόμους των αμερικανικών αποικιών και παρά το γεγονός ότι η δική του βασιλεία του τρόμου κράτησε μόλις δύο χρόνια (1716-1718), η σύντομη περίοδος ήταν προφανώς αρκετή να τον στέψει βασιλιά των πειρατών. Λεηλάτησε εκατοντάδες εμπορικά πλοία φορτωμένα με χρυσό, ασήμι και άλλους θησαυρούς. Ύστερα από επιτυχημένες επιχειρήσεις στο ισπανικό Μαίην, τράβηξε κατά τις βόρειες ακτές. Χωρίς φασαρίες, απέκλεισε το λιμάνι Τσάρλεστον και λεηλάτησε τα πλοία που ήθελε. Αλλά την περιουσία που απέκτησε δεν την χάρηκε για πολύ καιρό. Στις 22 Νοεμβρίου του 1718, στο νησί Οκρακόουκ, ανοιχτά των ακτών της Βόρειας Καρολίνας, ο Μαυρογένης σκοτώθηκε σε μια αιματηρή συμπλοκή πάνω στο πλοίο του από τον τολμηρό νεαρό Άγγλο υποπλοίαρχο Ρόμπερτ Μέιναρντ. Είτε, όπως το θέλει ο μύθος, παλεύοντας μέχρι την ύστατη στιγμή με το σώμα γεμάτο σφαίρες από τα μουσκέτα, ώσπου έπεσε στο κατάστρωμα νεκρός, είτε όπως άλλες πληροφορίες αυτοπτών λένε, χάνοντας μονομιάς το κεφάλι από ένα καίριο χτύπημα σπαθιού, ο πειρατής πέθανε παίρνοντας μαζί του το μυστικό του κρυμμένου θησαυρού του.

    Το πειρατικό του πλοίο «Η εκδίκηση της βασίλισσας Άννας», εντοπίστηκε το 1997 ανοιχτά των ακτών της Βόρειας Καρολίνας και από τότε, περίπου διακόσιες πενήντα χιλιάδες αντικείμενα, από χρυσά νομίσματα και άλλα πολύτιμα είδη, μέχρι κανόνια, άγκυρες και τμήματα του κύτους ανελκύστηκαν, με σκοπό τη μελέτη και την έκθεσή τους. Το 2011, αρχαιολόγοι προχώρησαν σε μια σημαντική ανακάλυψη, αφού βρήκαν και ανέσυραν από το βυθό της θάλασσας ένα κανόνι ηλικίας τριακοσίων ετών από το πλοίο του Μαυρογένη. Το 2013, ανέσυραν μοναδικά ευρήματα, μεταξύ των οποίων και ένα βαρύτιμο σπαθί που πιθανότατα ανήκε στον ίδιο το Μαυρογένη.

    Πριν περάσουμε σε άλλους κλάδους και σε άλλα δείγματα του επαγγέλματος, θα πρέπει να αναφέρουμε δυο γυναίκες πειρατές, που για τα κατορθώματά τους έχει δώσει πολλές λεπτομέρειες ο Τσαρλς Τζόνσον. Στην εποχή μας, τώρα εκείνο που παλιά συνήθιζαν να ονομάζουν «ασθενές φύλο» εισέβαλε σε όλα τα επαγγέλματα, δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν αφύσικο το γεγονός πως γυναίκες καταπιάστηκαν πρόθυμα με ένα τόσο σκληρό και τόσο αντρικό επάγγελμα, όπως η πειρατεία. Στον 18ο αιώνα όμως, το σπίτι θεωρούνταν ακόμα σαν η θέση της γυναίκας, και έτσι το γεγονός πως οι ταξιδιώτες κινδύνευαν στη θάλασσα να τους κόψει το λαιμό μια γυναίκα, προκάλεσε μεγάλο σκάνδαλο.

    Είναι περιττό να πούμε πως η Άννα Μπόννυ και η Μαίρη Ρηντ ήταν και οι δύο ευχάριστες στην όψη. Η πρώτη, Ιρλανδέζα, ήταν νόθος κόρη ενός δικηγόρου του Κορκ και παιδί ακόμα πήγε με τον πατέρα της στην Καρολίνα. Εκεί έγινε ρωμαλέα και ανήσυχη κοπέλα, περήφανη και με γενναία κράση, που της δημιούργησε πολλές φορές δυσκολίες, όπως τη μέρα που σκότωσε την Αγγλίδα υπηρέτριά της μ’ ένα μαχαίρι. Αν

εξαιρέσει όμως κανείς αυτές τις τυχαίες εκρήξεις των νεύρων της, ήταν μια υπάκουη και

καλή κοπέλα.

    Ύστερα από πολλές ερωτικές περιπέτειες, η Άννα παντρεύτηκε κρυφά ένα ναύτη. Όταν το έμαθε ο πατέρας της, την έδιωξε, και ο ναύτης μπαρκάρισε και δεν ακούστηκε πια τίποτε γι’ αυτόν. Σύντομα όμως φανερώθηκε ένας πιο γενναίος εραστής, ό όμορφος πλούσιος και τολμηρός πειρατής καπετάνιος Τζων Ράκαμ, γνωστός από την μια άκρη της ακτής ως την άλλη με το όνομα «Κάλικο Τζακ». Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσε ο Τζακ για να κατακτήσει μια γυναίκα ή για να αιχμαλωτίσει ένα καράβι έμοιαζαν αρκετά: Κανένα χασομέρι, γρήγορο πλησίασμα, όλα τα κανόνια σε δράση και έπειτα ρεσάλτο στην πρέζα.

    Ο γοητευτικός και φλογερός εραστής την έκανε να χάσει το νου της με το πρώτο και η Άννα δέχτηκε να βγει στη θάλασσα μαζί του, μεταμφιεσμένη σε ναύτη. Πέρασε το μήνα του μέλιτος στο καράβι, ως τη στιγμή που η Άννα του αποκάλυψε κάποιο τρυφερό μυστικό (ήταν έγκυος). Τράβηξε τότε για την Κούβα για να ξεμπαρκάρει τη γυναίκα του σ’ ένα λιμανάκι, όπου είχε μια εγκατάσταση και οι φίλοι του υποσχέθηκαν να ενδιαφερθούν γι’ αυτή. Σε λίγο η Άννα γύρισε στο καράβι, ισάξια με τους άλλους πειρατές στο χειρισμό του μαχαιριού και της λόγχης, πάντα πρώτη να ορμήσει στο ρεσάλτο και στην πρέζα. Ωστόσο αυτές οι ευτυχισμένες μέρες ήταν μετρημένες, γιατί ενώ έκοβαν βόλτες στα νερά της Τζαμάικας τον Οκτώβριο του 1720, οι πειρατές αιφνιδιάστηκαν από την εμφάνιση ενός εξοπλισμένου μπρικιού, που το είχε στείλει ο κυβερνήτης του νησιού για να αιχμαλωτίσει τον Ράκαμ και το πλήρωμά του. Ακολούθησε μάχη, όπου οι πειρατές δεν έδειξαν καθόλου γενναιότητα και γρήγορα κρύφτηκαν κάτω από τη γέφυρα, εκτός από την Άννα Μπόννυ και τη φίλη της Μαίρη Ρηντ (που γι’ αυτή θα μιλήσουμε σύντομα). Οι δύο γυναίκες πολεμήσανε γενναία, ώσπου τις αιχμαλώτισαν, ενώ δεν έπαυαν να βρίζουν τους αρσενικούς συντρόφους τους για τη δειλία τους. Οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στην Τζαμάικα, δικάστηκαν για πειρατεία στο Σαίντ Ιάγκο ντε λα Βέγκα και καταδικάστηκαν στις 28 Νοεμβρίου 1720.

    Η Άννα ζήτησε να καθυστερήσει η εκτέλεσή της εξαιτίας της κατάστασης που βρισκόταν, και της έγινε αυτή η χάρη. Μ’ όλο που, όπως φαίνεται, δεν κρεμάστηκε ποτέ, η τελική της τύχη δεν είναι γνωστή.

    Την ημέρα που εκτελέστηκε ο εραστής της «Κάλικο Τζακ», πέτυχε σαν ιδιαίτερη χάρη να δει την Άννα, δε φαίνεται όμως να βρήκε μεγάλη παρηγοριά από αυτή την αποχαιρετιστήρια συνάντηση, γιατί το μόνο που κέρδισε σαν εκδήλωση συμπάθειας από την Άννα ήταν αυτά τα λόγια: «Λυπόταν πολύ που τον έβλεπε εκεί, αν όμως είχε πολεμήσει σαν άντρας, δε θα βρισκόταν στην ταπεινωτική θέση να κρεμαστεί σαν σκύλος».

    Αναφέραμε πιο πάνω το όνομα της Μαίρης Ρηντ, που καταδικάστηκε σε θάνατο ταυτόχρονα με την Άννα Μπόννυ. Δεν ξέρουμε παρά λίγα πράγματα για την καταγωγή της, εκτός από το γεγονός πως η μητέρα της ήταν μια «νέα και εύθυμη χήρα». Για πολλούς και διάφορους λόγους, η μικρή Μαίρη ανατράφηκε σαν αγόρι και σε ηλικία δεκατριών χρονών την προσέλαβε σαν «υπηρέτη» μια Γαλλίδα. Η Μαίρη όμως κουράστηκε από αυτό το καθόλου διασκεδαστικό επάγγελμα και μπήκε σαν ναύτης σ’ ένα πολεμικό πλοίο. Κουράστηκε γρήγορα και από αυτή τη ζωή και κατατάχθηκε σαν απλός στρατιώτης σε ένα σύνταγμα πεζικού της Φλάνδρας, όπου πήρε μέρος στην ενεργό υπηρεσία και έδειξε αναμφισβήτητη παληκαριά. Ακόμα μια φορά όμως δοκίμασε την ανάγκη της αλλαγής και εγκατέλειψε το πεζικό για ένα σύνταγμα ιππικού. Σύντροφός της σ’ αυτό το σύνταγμα ήταν ένας Φλαμανδός φαντάρος, η Μαίρη τον ερωτεύθηκε βαθειά

και του απεκάλυψε το μυστικό του φύλου της. Ο φαντάρος, που ήταν τίμιος άνθρωπος, επέμενε να την κάνει να αλλάξει τη στολή με γυναικείο φόρεμα και να την πείσει να τον παντρευτεί. Ο γάμος των δύο φαντάρων έκανε μεγάλο θόρυβο και τιμήθηκε με την παρουσία πολλών αξιωματικών. Ο γαμπρός εγκατέλειψε το στρατό και το νεαρό ζευγάρι άνοιξε μια ταβέρνα στη Μπρέντα με το όνομα «Τα τρία πέταλα», πανδοχείο που υπάρχει ακόμα.

    Ο άντρας πέθανε και η χήρα, αφού έβαλε ακόμα μια φορά αντρικά ρούχα, κατατάχθηκε σ’ ένα άλλο σύνταγμα στην Ολλανδία, ανίκανη όμως να προσαρμοστεί αυτή τη φορά στη στρατιωτική ζωή, δεν άργησε να λιποτακτήσει και μπάρκαρε σαν ναύτης σ’ ένα καράβι με προορισμό τις Αντίλλες. Το καράβι αιχμαλωτίστηκε στο δρόμο από τον καπετάνιο Ράκαμ τον πειρατή. Η Μαίρη ήταν από τους εθελοντές που προσχώρησαν στους πειρατές και υπογράψανε τα άρθρα τους, χωρίς ωστόσο να αποκαλύψει το φύλο της.

    Η πειρατική της σταδιοδρομία θα μπορούσε να είχε γρήγορο τέλος, γιατί μόλις είχε σταλεί στο νησί Νιού Πρόβιντενς στις Μπαχάμες ο πλοίαρχος Γούντς Ρότζερς για να προσφέρει τη βασιλική συγγνώμη σε όλους τους πειρατές, όσοι θα δέχονταν να μετανοήσουν, πράγμα που το δέχτηκαν ο Ράκαμ και το πλήρωμά του. Ήταν όμως δύσκολο σ’ έναν άντρα ή σε μια γυναίκα, που είχε παίξει το παιγνίδι της πειρατείας, να κατασταλάξει σ’ ένα τίμιο επάγγελμα και σε λίγο ο Ράκαμ βρισκόταν πάλι στ’ ανοιχτά, έχοντας τη Μαίρη στο τσούρμο του. Αιχμαλώτισαν πολλά καράβια, τα περισσότερα από την Τζαμάικα και πάνω σ’ ένα από αυτά βρισκόταν ένα νέο παληκάρι με συμπαθητική φυσιογνωμία, που τράβηξε αμέσως την προσοχή της Μαίρης, μ’ όλο που δεν ξεσκέπασε τα αισθήματά της. Μια μέρα αυτός ο νέος ναυτικός τσακώθηκε μ’ έναν άλλο πειρατή. Καθώς το καράβι ήταν αραγμένο, συμφωνήθηκε πως θα έβγαιναν στην ξηρά για να κανονίσουν την υπόθεση, σύμφωνα με τους καθιερωμένους κανόνες. Μπορεί να φανταστεί κανείς εύκολα τα αισθήματα της καημένης της Μαίρης και πως «φοβήθηκε μήπως ο λεβέντης σταθεί πολύ δυνατός για τον αγαπημένο της. Όταν σε κατέχει ο έρωτας, σπρώχνει την καρδιά στις πιο ευγενικές πράξεις». Αυτό που έκανε η Μαίρη ήταν να ανοίξει καυγά με τον ενοχλητικό και να τα κανονίσει έτσι που μπόρεσε να μονομαχήσει πρώτη. Χρησιμοποίησε τόσο καλά το πιστόλι και το σπαθί που τον σκότωσε επί τόπου.

    Αφού έγινε αυτό, η Μαίρη φρόντισε να ξεσκεπάσει το μυστικό του φύλου της, που το φύλαγε ως τότε ζηλότυπα στο νέο παληκάρι με την ελκυστική μορφή και αμέσως συνδέθηκαν ο ένας με τον άλλο και η Μαίρη δήλωσε πως θεωρούσε αυτό το γάμο πως ίσχυε στη συνείδησή της τόσο, όσο αν είχε γίνει από παπά σε μια εκκλησία.

    Όταν σε λίγο καιρό αργότερα η Μαίρη βρέθηκε δίπλα στην Άννα Μπόννυ και σε άλλους κρατούμενους στο εδώλιο του κατηγορουμένου στο Σαίντ Ιάγκο ντε λα Βέγκα, το δικαστήριο έβλεπε ευνοϊκά την αθώωσή της και θα της είχε δώσει πίσω την ελευθερία της, αν δε μεσολαβούσε μια συντριπτική κατάθεση. Διαπιστώθηκε πως μια μέρα, όταν ο Ράκαμ τη ρώτησε τι ευχαρίστηση μπορούσε να βρίσκει σε μια ζωή όπου αντιμετώπιζε συνέχεια τον κίνδυνο να χαθεί από τη φωτιά, το σπαθί ή την κρεμάλα, είχε απαντήσει πως «όσο για την κρεμάλα πίστευε πως δεν ήταν εντυπωσιακή ποινή, γιατί αν δεν υπήρχε, όλοι οι κιοτήδες θα γίνονταν πειρατές και θα λυμαίνονταν τη θάλασσα με τέτοιο τρόπο, που οι γενναίοι θα πέθαιναν της πείνας». Όταν το άκουσε αυτό, το δικαστήριο αποφάσισε πως δεν μπορούσε να γίνει εξαίρεση για την περίπτωσή της και την καταδίκασε σε θάνατο.              

    Στις αρχές του 18ου αιώνα η πειρατεία είχε γίνει στη Βόρεια Αμερική ένα σημαντικό εμπόριο, με τις αποθήκες και τους πράκτορές του στα κυριότερα λιμάνια και στους κόλπους, από το Σάλεμ στη Βόρεια Καρολίνα ως το Τσάρλεστον στη Νότια Καρολίνα. Σε όλα αυτά τα λιμάνια ήταν εύκολο να βρει κανείς εθελοντές, μ’ όλο που η βασική ζώνη στρατολογίας έμενε, όπως και πριν, η Νέα Γη/ Εκατοντάδες ψαροκάικα έρχονταν κάθε χρόνο σ’ αυτό το νησί φέρνοντας από τη Δυτική Αγγλία  φτωχούς ψαράδες, που έπαιρναν από τους εφοπλιστές τους άθλια μεροκάματα και ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν από πάνω το ταξίδι του γυρισμού τους στο τέλος της χρονιάς. Η δουλειά τους, το ψάρεμα και έπειτα η κατεργασία και το στέγνωμα της μουρούνας, ήταν εξαιρετικά σκληρή και η μόνη διασκέδασή τους ήταν να πίνουν το «μπλακ στραπ», ένα φριχτό μίγμα από ρούμι, μελάσα και μπύρα, που μύριζε πάντα ψαρίλα. Αυτό το ποτό δεν ήταν τζάμπα, όπως δεν ήταν και η ικανοποίηση των πιο στοιχειωδών αναγκών της ζωής τους, και έτσι όταν έφτανε η στιγμή του γυρισμού στην Αγγλία, πολλοί άντρες δεν είχαν πια τα αναγκαία χρήματα για να πληρώσουν το ταξίδι τους. Σ’ αυτού του είδους τους δυστυχισμένους στηρίζονταν οι πειρατές για να επανδρώσουν τα καράβια τους, ξεκινώντας από την αρχή πως η ανάγκη δε γνωρίζει νόμο.

    Ο κόλπος της Φλώριδας μυρμήγκιαζε από αυτούς τους πειρατές, που μπορούσαν σε κάθε στιγμή να βρουν καταφύγιο στις Αντίλλες ή στην περιοχή των Ισπανών. Τα καράβια τους ξεκινάγανε ταχτικά από τη Νέα Υόρκη, το Νιούπορτ και τη Φιλαδέλφεια. Και δεν ήταν μόνο οι έμποροι που συνεργάζονταν στενά μαζί τους. Πολλοί από τους κυβερνήτες των αποικιών ήταν γνωστό πως έπαιρναν δώρα ή χρήματα για να κάνουν τα στραβά μάτια και να μη βλέπουν τίποτε όταν ξεφόρτωναν το πλιάτσικο.

    Όπως και αν είναι, οι αρχές δεν είχαν καμιά τάση να πάρουν αυστηρά μέτρα εναντίον των πειρατών. Όπως είδαμε, οι άποικοι δεν τους έβλεπαν με κακό μάτι, αντίθετα μάλιστα, τους βοηθούσαν γιατί έκαναν πολύ κερδοφόρες δουλειές αγοράζοντάς τους με χαμηλές τιμές τις κλεμμένες πραμάτειες. Αν ένας δραστήριος και τίμιος κυβερνήτης προσπαθούσε να κάνει το καθήκον του, κοίταζαν πώς να του βάλουν κάθε λογής τρικλοποδιές. Ακόμα και αν έπιαναν έναν πειρατή, δεν υπήρχε σε καμιά από τις αποικίες τρόπος να τον δικάσουν ή να τον τιμωρήσουν και έπρεπε να τον στείλουν με τους μάρτυρες στην Αγγλία για να δικασθεί από το Δικαστήριο του Ναυαρχείου, δηλαδή χρειαζόταν μια μακρόχρονη, πολυέξοδη και ανιαρή διαδικασία. Δεν πρέπει λοιπόν να απορεί κανείς βλέποντας τις αρχές να κλείσουν τα μάτια σε ό,τι συνέβαινε μπροστά στη μύτη τους

    Μια έκθεση γραμμένη από τον Έντουαρντ Ράντολφ, γενικό επιθεωρητή των τελωνείων στις αποικίες της Αμερικής, ρίχνει άπλετο φως στις μεθόδους των πειρατών της Νέας Αγγλίας. Είναι μια από τις πολλές εκθέσεις που έστειλε στη Μητρόπολη ο ακούραστος Ράντολφ. Έχει χρονολογία 1695. Αφού περιγράφει την κατάσταση της πειρατείας και δείχνει πως οι πειρατές συνηθίζανε να λεηλατούν τα ισπανικά καράβια και έπειτα να φέρνουν στη Νέα Αγγλία μεγάλες ποσότητες χρήμα σε νομίσματα ή σε ράβδους, καθώς και πλούσια κεντήματα και ασημικά από εκκλησίες και άλλα πλούτη, διαπιστώνει πως «ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς τους φλιμπουστιέρους αρχίσανε να τραβούν ως την Ερυθρά Θάλασσα, όπου παίρνουν από τους Μαυριτανούς ό,τι έχουν, χωρίς να συναντούν αντίσταση, και το μεταφέρουν σε ορισμένες από τις φυτείες αυτής της αμερικανικής ηπείρου ή στα κοντινά νησιά, όπου τα πλιάτσικά τους γίνονται δεκτά, αποθηκεύονται και ύστερα ξαναφεύγουν για τους ίδιους τόπους».

    Ο συντάκτης περνάει ύστερα στη λεπτομερειακή περιγραφή των κυριότερων τόπων, όπου πηγαίνουν οι πειρατές και όπου τους καλοδέχονται και ρίχνει φως στις σχέσεις που

υπήρχαν τότε ανάμεσα σ’ αυτούς τους ληστές και του υπαλλήλους που δούλευαν στις

Μπαχάμες και στις διάφορες αποικίες. Είναι φανερό πως η διαφθορά είχε ριζώσει και είχε απλωθεί σε σημείο που να γίνει δημόσιο σκάνδαλο, γιατί ο Ράντολφ ήταν σε θέση να αναφέρει τα ακριβή ποσά των δώρων, που είχαν πληρωθεί στις διάφορες περιστάσεις. Καταλήγει κάνοντας μερικές δραστήριες συστάσεις, που ανάμεσά τους είναι μια πιο σοβαρή εκλογή των Κυβερνητών. Το κυνήγημα των πειρατών ως τα λημέρια τους, η χορήγηση συγγνώμης στους πιο σημαντικούς από αυτούς και η κατάσχεση όλων των αγαθών που ανήκαν άλλοτε στους πειρατές και βρίσκονται τώρα στα χέρια της εξουσίας.



Τέλος δέκατου τέταρτου μέρους.                            

                

                                



                                                      (Δέκατο τρίτο μέρος )