Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2019

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ Δέκατο ένατο μέρος.


Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ Δέκατο ένατο μέρος.

Δημήτρης Τουτουντζής
  
Η Ιαπωνία και η Κίνα. 

Όπως ακριβώς οι Άραβες της Ερυθράς Θάλασσας και οι Φοίνικες, και οι Κινέζοι είχαν γίνει πειρατές ακόμα πριν αρχίσουν να γράφουν ιστορία. Τα κείμενα ωστόσο του Ουράνιου Κράτους ανατρέχουν παλιότερα από τα κείμενα των άλλων χωρών. Υπάρχουν στα αρχεία του Πεκίνου περιγραφές, γραμμένες πριν από πολλούς αιώνες, για πειρατές που λυμαίνονταν τους κόλπους και τα ποτάμια των ακτών της Κίνας. Πολύ λίγες από αυτές έχουν μεταφραστεί και σ’ αυτές υπάρχει ένα χρυσωρυχείο πληροφοριών για όποιον σοφό θα έχει τις αναγκαίες γνώσεις και την υπομονή να τις ερευνήσει.  στους τρεις τελευταίους από τους εξήντα τόμους των «Απομνημονευμάτων σχετικά με το Νότο των Βουνών Μεϊλίγκ» και συνεχίζουν την εξιστόρηση ως το τέλος της δυναστείας Τσόου.
    Στην ενδιάμεση περίοδο ανάμεσα σ’ αυτήν την παλιά ιστορία και στους σύγχρονους καιρούς, οι περισσότεροι από τους πειρατές στις θάλασσες της Κίνας ήταν Γιαπωνέζοι και Ευρωπαίοι μάλλον, παρά Κινέζοι. Το μεσαίωνα η Κίνα ήταν χώρα πολύ πιο πλούσια από τη γειτόνισσά της που βρίσκεται στην απέναντι ακτή της Κίτρινης Θάλασσας και παρουσίαζε μεγάλους πειρασμούς στους τολμηρούς Γιαπωνέζους ναυτικούς. Οι Γιαπωνέζοι πειρατές δρούσαν με μεγάλους στόλους και φορούσαν όλοι μια στολή από κόκκινα ρούχα και κίτρινα καπέλα. Πραγματοποιούσαν τις σημαντικότερες επιθέσεις τους στις ακτές της Κίνας, εισδύοντας συχνά βαθειά στο εσωτερικό, για να λεηλατήσουν πόλεις. Στη μάχη κρατούσαν δύο σπαθιά, ένα από το κάθε χέρι, και οι Κινέζοι δεν ήταν σοβαροί αντίπαλοι γι’ αυτούς στην πάλη σώμα με σώμα. Από την άλλη μεριά, κάθε φορά που οι Κινέζοι έπιαναν ένα Γιαπωνέζο πειρατή, τον βουτούσαν σε ένα καζάνι ζεματιστό νερό, πράγμα που δυνάμωνε τη μαχητικότητα των εισβολέων, γιατί ήταν καλύτερα να σκοτωθεί κανείς παρά να παραδοθεί. Οι Γιαπωνέζοι πειρατές δεν περιορίζανε τις επιχειρήσεις τους στην ακτή της Κίνας, αλλά κατεβαίνανε νοτιότερα ως το στενό της Μαλάκκας. Μόλις στα μέσα του 16ου αιώνα κατόρθωσαν να τους περιορίσουν αποτελεσματικά.
    Ένας από αυτούς τους Γιαπωνέζους πειρατές, ο Γυατζίρο, στάθηκε πρωτοπόρος της χριστιανικής θρησκείας στην Άπω Ανατολή. Έγινε πειρατής με τον ίδιο τρόπο που έγιναν εγκληματίες πολλοί τίμιοι άνθρωποι, αφού σκότωσε τυχαία έναν άνθρωπο και υποχρεώθηκε να φύγει από την πατρίδα του. Στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του άραξε στη Μαλάκκα, όταν κήρυττε εκεί ο Άγιος Φραγκίσκος Ξαβέριος και προσηλυτίσθηκε στον καθολικισμό. Το 1549 συνόδεψε τον Άγιο ως την Ιαπωνία σαν πιλότος, σ’ ένα καράβι με το όνομα «Η Τζόγκα του κλέφτη». Όταν ο Ξαβέριος έφυγε από την Ιαπωνία, εγκατέστησε τον Γυατζίρο επικεφαλής της εκκλησίας που είχε ιδρύσει, οι Πορτογάλοι παπάδες όμως ζηλεύανε τόσο το Γιαπωνέζο προσήλυτο, που είχε τοποθετηθεί από πάνω τους, ώστε ο Γυατζίρο παραιτήθηκε από το λειτούργημά του και από αηδία γύρισε στην πειρατεία. Σκοτώθηκε σε μια επιδρομή στην Κίνα.

    Όταν κατορθώθηκε να εξολοθρευτούν οι Γιαπωνέζοι, άρχισαν να φτάνουν στις ακτές της Κίνας οι Ευρωπαίοι και από την πρώτη στιγμή έδωσαν την εντύπωση πως ήταν πιο βάρβαροι από τους χειρότερους Ανατολίτες. Ο πρώτος που έφτασε στις θάλασσες της Κίνας, ο Σιμόν ντε Ατράντα, ένας Πορτογάλος που δοκίμασε να εγκατασταθεί σαν έμπορος το 1521, έκανε κάθε είδους πράξεις βίας, φτάνοντας ως την απαγωγή μικρών αγοριών και κοριτσιών για να τα πουλήσει για σκλάβους. Ένας Πορτογάλος πλοίαρχος, ο Αντώνιο ντα Φάρια, πολέμησε το 1540 ένα πειρατικό καράβι, δεν άργησε όμως να μιμηθεί τον αντίπαλό του και πήγε να δοκιμάσει την τύχη του ανάμεσα στους Κινέζους. Ο ντα Φάρια δεν αρκέσθηκε να πλιατσικολογεί τα εμπορικά καράβια, αλλά δοκίμασε να παραβιάσει τους ιερούς τάφους των αυτοκρατόρων κοντά στο Πεκίνο.
    Ο πιο φημισμένος, και πολύ μάλιστα, από τους Ευρωπαίους στις θάλασσες της Κίνας στάθηκε ο Μεντέθ Πίντο, ένας Πορτογάλος του 16ου αιώνα, που απέκτησε μεγάλη δημοσιότητα σαν εξερευνητής, ταξιδιώτης, συγγραφέας και πειρατής.
    Το πιο αξιόλογο κατόρθωμά του ήταν όταν συνεταιρίστηκε με έναν Κινέζο πειρατή για να εξοντώσει έναν αντίπαλο του Μαλαμπάρ. Είχε βγει για κυνηγητό καραβιών με το πορτογαλικό πλήρωμά του, όταν, όπως γράφει ο ίδιος, «θέλησε ο Θεός να συναντήσουμε μια τζόγκα του Πατάνα με κυβερνήτη έναν Κινέζο ονομαζόμενο Γκουϋάι Πανιάν, μεγάλο φίλο του πορτογαλικού έθνους, που είχε υιοθετήσει τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής μας. Είχε μαζί του τριάντα Πορτογάλους, διαλεχτούς και ικανούς άντρες, που τους πλήρωνε καλά και ήταν όλοι πλούσιοι».
    Αυτή η συνάντηση ανάμεσα στους πειρατές κόντεψε να καταλήξει σε τραγωδία, γιατί όπως γράφει ο Πίντο, «μόλις μας είδε αποφάσισε να μας επιτεθεί πιστεύοντας πως είμαστε Πορτογάλοι και κατά συνέπεια, σαν παλιός μαχητής που ήταν, θέλησε να μας αιχμαλωτίσει και να μας κάνει πειρατές. Πήγε από τη μεριά του αέρα και μας χαιρέτησε με δώδεκα κανονιές, πράγμα που μας τρόμαξε πολύ».
    Ευτυχώς ο Πίντο και οι δικοί του κατόρθωσαν να ειδοποιήσουν έγκαιρα τον Πανιάν  για το ποιοι ήταν και ενώ τα δύο πληρώματα συναδελφώνονταν, οι δύο καπετάνιοι συμφωνούσαν για τους όρους ενός συνεταιρισμού. Αφού ταξιδέψανε μερικές μέρες συντροφιά, συναντήσανε ένα καράβι δίχως κατάστρωμα, που περιείχε δεκατρείς ετοιμοθάνατους. Τους ανεβάσανε στο καράβι του Πίντο και έμαθαν πως είχαν ξεφύγει ύστερα από μια αιματηρή σύγκρουση με έναν πειρατή του Μαλαμπάρ, τον Κόγια Ασέμ. Αυτός ο πειρατής είχε σκοτώσει το υπόλοιπο πλήρωμα, που αποτελούνταν από εκατόν πενήντα άντρες, και είχε αρπάξει το καράβι τους καθώς και το πολύτιμο φορτίο. Αυτοί οι λίγοι, που είχαν επιζήσει, κατόρθωσαν να ξεφύγουν τη νύχτα.
    Αυτό το νέο εξαγρίωσε σε μεγάλο βαθμό τον Πίντο και τους συμπατριώτες τους, που
σήκωσαν τα πανιά για να αναζητήσουν τον πειρατή Κόγια Ασέμ, που καυχιόταν για τον τίτλο του «Βρικόλακα των Πορτογάλων». Σε λίγο ο Πίντο έφτασε μέσα στη νύχτα στην είσοδο ενός ποταμού, όπου τον είχαν πληροφορήσει πως έφτασαν οι πειρατές, και έστειλε κατασκόπους για πληροφορίες. Ξαναγύρισα με το μαντάτο πως το θήραμα ήταν αγκυροβολημένο κάπου δύο μίλια μέσα στο ποτάμι. Την άλλη νύχτα οι Πορτογάλοι πειρατές αναπλεύσανε χωρίς θόρυβο το ποτάμι, ώσπου έφτασαν δίπλα στους πειρατές του Μαλαμπάρ. Αυτοί μόλις τους είδα, χτύπησαν μια καμπάνα συναγερμού, που ο ήχος της προκάλεσε τέτοια φασαρία και αναταραχή, τόσο ανάμεσα σ’ εκείνους που είχαν βγει στην ξηρά όσο και σε εκείνους που βρίσκονταν στο καράβι, ώστε μόλις μπορούσε να ακουστεί από το θόρυβο που έκαναν.
    Χωρίς άλλη προειδοποίηση τα πορτογαλικά καράβια ανοίξανε φωτιά με όλα τα πυροβόλα τους, κολλήσανε γρήγορα και ρίχτηκαν στο ρεσάλτο. Ακολούθησε ένας αιματοβαμμένος αγώνας σώμα με σώμα, που έγινε ακόμα πιο εντυπωσιακός από τον τρομαχτικό θόρυβο που έκαναν τα ταμπούρλα, τα γκόγκ και οι καμπάνες, συνοδευόμενα από τις βροντές των χοντρών κανονιών, καθώς αντηχούσαν στους γύρω βράχους και στις ανωμαλίες του εδάφους.
    Σε ένα τέταρτο είχαν βυθιστεί δύο εχθρικές τζόγκες, μια τρίτη φλεγόταν και εκατοντάδες πειρατές είχαν πνιγεί ή σκοτωθεί. Τη στιγμή που η μάχη φαινόταν να τελειώνει, φάνηκε ο Κόγια Ασέμ, φωτισμένος από τις φλόγες της τζόγκας του που καιγόταν, και άρχισε να εξορκίζει τους άντρες του για καινούργιες προσπάθειες. Γράφει ο Πίντο: «Φορούσε έναν αλυσιδωτό θώρακα, φοδραρισμένο με κρεμεζί σατέν και μια χρυσή φράντζα που ανήκε κάποτε σε κάποιον Πορτογάλο. Φωνάζοντας με όλες του τις δυνάμεις για να τον ακούσουν όλοι, εξόρκιζε τους οπαδούς του, σαν μωαμεθανούς και  καλούς πιστούς το άγιου νόμου του Μωάμεθ, να μην αφήσουν να νικηθούν από τους αδύνατους σκλάβους, όπως ήταν τα σκυλιά οι χριστιανοί, που δεν είχαν περισσότερη καρδιά από κοτόπουλα ή γυναίκες με γένια. Τα καταραμένα λόγια αυτού του δαίμονα τους έδωσαν κουράγιο σε τέτοιο σημείο, που αφού μαζεύτηκαν όλοι ξαναρχίσανε τον αγώνα και μας αντιμετώπισαν με τέτοια παληκαριά, ώστε ήταν τρομερό να βλέπεις πως πέφτανε, χωρίς να λογαριάζουν τίποτε επάνω στα όπλα μας».
    Οι δύο αρχηγοί βρέθηκαν τότε αντιμέτωποι και ο Πορτογάλος, με το βαρύ σπαθί του, χτύπησε μα τα δυο χέρια το κεφάλι του Κόγια Ασέμ. Το χτύπημα πέρασε τον αλυσιδωτό σκούφο, σκίζοντάς του το κεφάλι στα δύο. Έπειτα, με ένα ανάποδο χτύπημα, του έκοψε τα δύο πόδια.
    Ο θάνατος του Κόγια Ασέμ έβαλε τέρμα στη μάχη. Μόνο πέντε πειρατές γλύτωσαν τη ζωή τους. Τους έδεσαν και τους έριξαν στο αμπάρι, για να μπορέσουν στη συνέχεια να τους εξαναγκάσουν με βασανιστήρια να ομολογήσουν μερικά πράγματα που ήθελαν να τους ρωτήσουν. Από το φόβο όμως του θανάτου που τους περίμενε, είχαν το θάρρος να κόψουν ο ένας το λαρύγγι του άλλου με τα δόντια. Το σύνολο των απωλειών αυτής της σύγκρουσης ήταν  τριακόσιοι είκοσι σκοτωμένοι ή πνιγμένοι από τη μεριά του εχθρού, ενώ οι Πορτογάλοι είχαν σαράντα δύο σκοτωμένους.
    Όταν οι νικητές πειρατές βγήκαν στην ξηρά, γράφει ο Πίντο ότι βρήκανε: «Μια γοητευτική κοιλάδα, κοντά σε ένα γραφικό ποτάμι όπου αφθονούσαν πέστροφες, ένα πολύ όμορφο σπίτι ή παγόδα γεμάτο από αρρώστους ή λαβωμένους, που τους είχε τοποθετήσει εκεί ο Κόγια Ασέμ για θεραπεία. Ανάμεσά τους βρίσκονταν διάφοροι μωαμεθανοί της οικογένειάς του και μερικοί από τους καλύτερους στρατιώτες του, ενενήντα έξη τον αριθμό, που μόλις διακρίνανε από μακριά τους Πορτογάλους, άρχισαν
να παρακαλούν ζητώντας οίκτο και συγγνώμη. Αυτοί όμως δεν μπόρεσαν να λογαριάσουν τις παρακλήσεις, γιατί δεν έπρεπε να λυπηθούν ανθρώπους που είχαν σκοτώσει τόσους χριστιανούς. Αφού τους το δήλωσαν, έβαλαν φωτιά στο σπίτι σε έξη – εφτά μεριές, και καθώς ήταν φτιαγμένο από κατραμωμένο πανί και σκεπασμένο με ξερά φοινικόφυλλα, κάηκε με καταπληκτική ταχύτητα. Στο μεταξύ ήταν θλιβερό να ακούς τις αξιοθρήνητες κραυγές των δυστυχισμένων που βρίσκονταν στο εσωτερικό ή να τους βλέπεις να πηδάνε με το κεφάλι από τα παράθυρα και να τους δέχονται οι άντρες μας, τρελοί από μανία εκδίκησης, πάνω στις λόγχες τους».
    Ο πιο γνωστός από τους Ευρωπαίους, που έπεσαν θύματα των Γιαπωνέζων πειρατών ήταν ο Τζων Νταίηβις, ο εξερευνητής της Αρκτικής και ένας από τους μεγαλύτερους Άγγλους ναυτικούς του 16ου αιώνα. Ο Νταίηβις σαλπάρησε από το Κόους για τις Ανατολικές Ινδίες το Δεκέμβριο του 1604, σαν πρώτος πιλότος στο καράβι «Τάιγκερ», με κυβερνήτη τον σερ Έντουαρντ Μίτσελμπορν. Ύστερα από ένα μακρύ και μονότονο ταξίδι, το «Τάιγκερ» έφτασε στο Μπιντάγκ, ανατολικά από τη Σιγκαπούρη. Στ’ ανοιχτά αυτού του νησιού διακρίνανε μια διαλυμένη τζόγκα, που μόλις κρατιόταν στην επιφάνεια, ήταν γεμάτη με Γιαπωνέζους, που είχαν ναυπηγήσει στις ακτές της Βόρνεο, αφού έκαναν διάφορες λεηλασίες στις ακτές της Κίνας, άρπαξαν το άθλιο καράβι όπου βρίσκονταν. Το αγγλικό καράβι βοήθησε τους ναυαγούς και τους έδωσε ό,τι είχαν άμεση ανάγκη.
    Για δύο μέρες τα δύο καράβια, το αγγλικό και το γιαπωνέζικο, έμειναν αγκυροβολημένα πλάι – πλάι και τα δύο πληρώματα συναδελφώθηκαν. Ξαφνικά, χωρίς την παραμικρή προειδοποίηση, οι πειρατές επιτεθήκανε εναντίον των είκοσι Άγγλων που βρίσκονταν στη τζόγκα τους, σκοτώνοντας ή ρίχνοντάς τους στη θάλασσα. Την ίδια στιγμή είκοσι πέντε Γιαπωνέζοι που βρίσκονταν στο «Τάιγκερ», ριχτήκανε στους ανύποπτους Άγγλους. Χτύπησαν με τα σπαθιά τους τον Νταίηβις πολλές φορές, ώσπου έπεσε πάνω από τη γέφυρα και ξεψύχησε αμέσως. Ωστόσο οι Άγγλοι καταφέρανε να επικρατήσουν. Σκότωσαν τους είκοσι πέντε πειρατές ύστερα από μια φοβερή πάλη σώμα με σώμα και ξεφύγανε με το «Τάιγκερ», λίγοι όμως από όσους έζησαν από το πλήρωμα ήταν χωρίς λαβωματιές.
    Ο πιο διάσημος από όλους τους πειρατές, που λυμαίνονταν ποτέ τη θάλασσα της Κίνας, ήταν ο Κοξινγκά, ο δεύτερος πειρατής μιας μεγάλης δυναστείας. Είναι περίεργο να παρατηρήσει κανείς πως οι διαθέσεις για πειρατεία φαίνονται σαν να κληρονομούνται από γενιά σε γενιά. Ο πατέρας του Κοξινγκά, ο Τσεγκ Τσι Λιγκ, ήταν ένας φτωχός εργάτης, που από ανάγκη υποχρεώθηκε να πιάσει δουλειά στην πορτογαλική αποικία του Μακάο, όπου έγινε πλούσιος. Πήγε να επισκεφθεί έναν από τους θείους του στην Ιαπωνία, όπου παντρεύτηκε μια Γιαπωνέζα, την Ταγκάβα, και απέκτησε ένα γιό, τον Κοξινγκά, που γεννήθηκε το 1623. Αφού έφυγε από την Ιαπωνία, ο Τσεγκ διέθεσε τα κεφάλαιά του για έναν πειρατικό στόλο και σε λίγα χρόνια έλεγχε ουσιαστικά όλο το εμπόριο της νοτιοανατολικής ακτής της Κίνας. Λεηλατούσε όχι μόνο τις κινέζικες πόλεις και τζόγκες, αλλά και εμπορεύματα της Εταιρίας των Ολλανδικών Ανατολικών Ινδιών.
    Αρκετά χρόνια απ’ αυτά τα περιστατικά η Κίνα είχε υποστεί την εισβολή των Μαντσού, που είχαν καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της. Η δυναστεία των Μιγκ αντέτασσε στους εισβολείς μια τελευταία αντίσταση στη νότια άκρη της Κίνας. Ο βασιλιάς Μιγκ πήρε ένα απελπισμένο μέτρο και ζήτησε από τον Τσεγκ να αναλάβει ναύαρχος του στόλου των Μιγκ. Αυτή η συμμαχία είχε σαν αποτέλεσμα να αποκρουστούν οι Μαντσού. Ο Τσεγκ ζήτησε σε ανταμοιβή από τον αυτοκράτορα να υιοθετήσει το γιό του και να τον κάνει πρίγκιπα. Όταν απορρίφθηκε το αίτημά του, ο
Τσεγκ άρχισε διαπραγματεύσεις με τους Μαντσού, που τον κάλεσαν να πάει στο Πεκίνο
να συζητήσει για τις δυνατότητες να τον κάνουν αυτοκράτορα των νότιων επαρχιών. Μόλις όμως έφτασε στο Πεκίνο το 1640, τον έριξαν αμέσως στη φυλακή, τον βασάνισαν και τελικά τον εκτελέσανε.
    Ο Κοξινγκά ανέλαβε την αρχηγία του στόλου του πατέρα του. Θέλοντας να εκδικηθεί τους Μαντσού, ενώθηκε πρόθυμα με τους Μιγκ. Για είκοσι χρόνια αλώνιζε την ακτή, καίγοντας και λεηλατώντας πόλεις και χωριά, ώσπου η κυβέρνηση των Μαντσού αναγκάστηκε να πάρει ένα μέτρο έσχατης ανάγκης. Διέταξε τους κατοίκους ογδόντα παράκτιων πόλεων να καταστρέψουν τις κατοικίες τους και να μεταναστεύσουν στο εσωτερικό. Ο Κοξινγκά έστρεψε τότε την προσοχή του στους παλιούς εχθρούς του πατέρα του, τους Ολλανδούς της Φορμόζας.
    Το Μάιο του 1661, επικεφαλής ενός στόλου από εξακόσια καράβια, ο Κοξινγκά επιτέθηκε στις ολλανδικές δυνάμεις του Φορτ Ζελάντια. Για εννιά μήνες αντιστάθηκε ο γενναίος Ολλανδός διοικητής, στο τέλος όμως συνθηκολόγησε, από φόβο μήπως το οχυρό καταληφθεί με επίθεση και τα γυναικόπαιδα υποβληθούν στα φριχτά βασανιστήρια που έκανε ο Κοξινγκά, όπως ήταν γνωστό, στους αιχμαλώτους του. Ύστερα από αυτό το περιστατικό, ολόκληρο το νησί της Φορμόζας πέρασε κάτω από την κυριαρχία του Κοξινγκά. Ωστόσο δεν έζησε πολύ για να απολαύσει το θρίαμβό του. Πέθανε τον επόμενο χρόνο και τον διαδέχτηκε ο γιος του Τσεγκ Τσιγκ.
    Τα κατορθώματα του Κοξινγκά επηρέασαν βαθειά την ιστορία της Άπω Ανατολής. Σ’ αυτόν οφείλεται το γεγονός πως η Φορμόζα έγινε τμήμα της Κινεζικής Αυτοκρατορίας. Στα μάτια των Κινέζων οι πατριωτικές του πράξεις ξεπερνάνε τόσο πολύ τα πειρατικά μέσα που χρησιμοποίησε για να τις εκτελέσει, ώστε μετά το θάνατό του αναγνωρίστηκε επίσημα σαν εθνικός ήρωας και ίδρυσε μια δυναστεία που κράτησε ως τα νεότερα χρόνια, όταν ένας από τους κατευθείαν απογόνους του θεωρούνταν σαν ένας από τους πολύ σπάνιους κληρονομικούς ευγενείς της κινέζικης αυτοκρατορίας.
    Μόλις στις αρχές του 19ου αιώνα αρχίζουμε να βρίσκουμε λεπτομερειακές αφηγήσεις για τη δράση των Κινέζων πειρατών. Το 1831 ο Τσαρλς Νιούμαν μετέφρασε ένα σύγχρονο έργο γραμμένο από το Γιουεντσέ Γιούγκ Λουν και που καλύπτει την περίοδο ανάμεσα στο 1807 και στο 1810. Το πρωτότυπο δημοσιεύθηκε στην Καντών το 1830 και είναι αφιερωμένο στα κατορθώματα ενός μόνο πειρατή, που μάλιστα είναι γυναίκα.
    Αυτή η κυρία ήταν χήρα κάποιου Τσιγκ, που σαν ναύαρχος όλων των στόλων των πειρατών, είχε γίνει τόσο μεγάλος εφιάλτης για την κυβέρνηση, ώστε το 1802 ο αυτοκράτορας τον διόρισε Βασιλικό Σταβλάρχη. Τα καθήκοντα σ’ αυτό το μεγάλο αξίωμα φαίνεται πως ήταν καθαρά τυπικά, γιατί λίγο αργότερα βρίσκουμε το ναύαρχο Τσιγκ να λεηλατεί τις ακτές του Αννάμ και της Κοχιγκίνας, ώσπου τελικά οι κάτοικοι επαναστάτησαν και έσφαξαν το φοβερό Τσιγκ.
    Όσοι επιζήσανε, αποσύρθηκαν στα καράβια τους και σαλπάρανε για να εξακολουθήσουν να πολεμούν κάτω από τις διαταγές της χήρας του αρχηγού τους. Αυτή η κυρία ανέλαβε ουσιαστικά αρχηγός στις εφτά μεγάλες μοίρες, που αποτελούσαν το στόλο των πειρατών. Κάθε μια από αυτές είχε σημαία με διαφορετικό χρώμα, κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, μαύρο, γαλάζιο ή άσπρο. Οι αρχηγοί τους, όπως όλοι οι πειρατές, ήταν γνωστοί με διάφορα πολεμικά ψευδώνυμα: «Το πουλί και η Πέτρα», «Η μάστιγα της ανατολικής θάλασσας», «Το στολίδι όλου του τσούρμου» και «Η βροχή των βατράχων». Πριν από το θάνατο του συζύγου της, η κυρία Τσιγκ είχε κυβερνήσει την πιο παλιά μοίρα, όπου ανέμιζε η κόκκινη παντιέρα.                
    Κάτω από τις διαταγές του νέου τους ναυάρχου, οι πειρατές σύντομα δυναμώσανε περισσότερο από κάθε άλλη φορά και έτσι η ειρήνη και η ησυχία ήταν άγνωστες για τους κατοίκους των ακτών για δέκα χρόνια. Η κυρία αρχηγός απαιτούσε αυστηρή πειθαρχία. Δημιούργησε για τα πληρώματά της έναν κώδικα κανόνων, που έμοιαζε αρκετά με εκείνους που υπογράφανε οι πρώτοι Ευρωπαίοι πειρατές. Να τρία από τα άρθρα του:
    1.-  Αν ένας από τους άντρες βγει στην ακτή για λογαριασμό του ή αν διαπράξει εκείνη την πράξη που είναι γνωστή με το όνομα «πέρασμα των φραγμών», θα του τρυπηθούν τα αυτιά μπροστά σε όλο το στόλο. Σε περίπτωση υποτροπής θα θανατωθεί.
    2.-  Απαγορεύεται να πάρει κανείς για λογαριασμό του το παραμικρό λάφυρο, που προέρχεται από κλοπή ή πλιάτσικο. Όλα θα καταγράφονται και ο πειρατής θα παίρνει για λογαριασμό του δύο μερτικά από τα δέκα, ενώ τα υπόλοιπα οχτώ θα ανήκουν στην αποθήκη και θα λέγονται γενικό κεφάλαιο. Όποιος πάρει οτιδήποτε από αυτό το γενικό κεφάλαιο, θα τιμωρείται με θάνατο.
    3.-  Κανείς δεν πρέπει για γούστο του να διαφθείρει τις αιχμάλωτες γυναίκες, που πιαστήκανε στα χωριά ή στην ύπαιθρο και οδηγήθηκαν στο καράβι. Θα πρέπει πρώτα να ζητιέται η άδεια του οικονόμου και έπειτα ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να αποσύρεται με τη γυναίκα στο αμπάρι του καραβιού. Η χρήση βίας σε μια γυναίκα χωρίς την άδεια του οικονόμου, θα τιμωρείται με θάνατο.
    Η κυρία Τσιγκ ήταν ταυτόχρονα σπουδαία επιχειρηματίας. Όλα τα πλιάτσικα έπρεπε να γραφτούν με προσοχή σε ένα βιβλίο που κρατιόταν γι’ αυτό το σκοπό στην αποθήκη. Είχε πολύ μεγαλύτερη ιδέα για το επάγγελμά της από τον έξω κόσμο. Ανάμεσα στις οδηγίες της βρίσκουμε μια που απαγορεύει τη χρήση της άσχημης λέξης «πλιάτσικο» και διατάζει να το αναφέρουν στο μέλλον με το όνομα «μεταφορτωμένα προϊόντα».
    Η φωτισμένη αξία της κυρίας είχε ευχάριστα αποτελέσματα. Ένα από αυτά, όχι το μικρότερο, ήταν η δημιουργία φιλικών σχέσεων ανάμεσα στους πειρατές και στους ντόπιους, σχέσεων που διατηρήθηκαν με βάση τις διαταγές της. Σύμφωνα μ’ αυτές τις διαταγές, όλο το κρασί, το ρύζι και τα άλλα προϊόντα θα πληρώνονταν και κάθε κλοπή σε βάρος χωρικών θα τιμωρούνταν με την κεφαλική ποινή. Όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα ο στόλος της να είναι πάντα καλά εφοδιασμένος με τρόφιμα και με μπαρούτι για τα κανόνια και η πειθαρχεία των πληρωμάτων της να είναι υποδειγματική ή σχεδόν υποδειγματική.
    Τα στρατηγικά της χαρίσματα φάνηκαν σε μια μάχη που έγινε το 1808 ανάμεσα στα καράβια της και στα καράβια του κυβερνητικού στόλου, που είχε σταλθεί για να της επιτεθεί. Όταν πλησιάσανε τα αυτοκρατορικά καράβια, δεν έριξε εναντίον τους παρά λίγα μόνο από τα δικά της, κρύβοντας τα υπόλοιπα πίσω από έναν κάβο. Όταν ο εχθρός έπεσε στην παγίδα, έβγαλε τις βασικές δυνάμεις της και επιτέθηκε ξαφνικά στον εχθρό από πίσω. Η μάχη κράτησε από τα ξημερώματα ως αργά τη νύχτα. Τα πτώματα έπλεαν από τις δύο πλευρές του καραβιού και σημαντικός αριθμός πειρατών σκοτώθηκαν εκεί. Τελικά όμως οι κυβερνητικές δυνάμεις νικήθηκαν και υποχρεώθηκαν να παραδοθούν. Ο ναύαρχος του αυτοκρατορικού στόλου, ωστόσο, προτιμώντας το θάνατο από την ατίμωση, άρπαξε τον υπαρχηγό των πειρατών από τα μαλλιά και του έκανε διάφορους μορφασμούς, ελπίζοντας αγανακτισμένος από την προσβολή ο πειρατής, θα τον σκότωνε. Αντί όμως να γίνει αυτό, ο υπαρχηγός της κυρίας Τσιγκ, που έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για το θάρρος του γέρο ναυάρχου Κουό Λαγκ, του μίλησε γλυκά και δοκίμασε να τον ησυχάσει. Ο Κουό Λαγκ, βλέποντας πως οι προσβολές δεν έφερναν αποτέλεσμα, αυτοκτόνησε και ξεψύχησε στη γέφυρα του καραβιού του, στα πόδια της
κυρίας Τσιγκ.
    Για να εκδικηθεί αυτή την καταστροφή του στόλου και το θάνατο του ναυάρχου Κουό Λαγκ, η κινέζικη κυβέρνηση έδωσε προσταγή στον στρατηγό Λιν Φα να επιτεθεί εναντίον των πειρατών. Ωστόσο όταν ο Λιν Φα αντίκρισε από μακριά το στόλο των πειρατών, δείλιασε και δοκίμασε να αποσυρθεί, οι πειρατές όμως τον κυνηγήσανε και προφτάσανε το στόλο του. Τη στιγμή που επρόκειτο να αρχίσει η επίθεση, έπεσε ο άνεμος και οι δύο αντίπαλοι στόλοι έμειναν ο ένας απέναντι στον άλλο χωρίς να μπορούν να κινηθούν. Οι άγριοι πειρατές βιάζονταν τόσο πολύ να αρπαχτούν με τους συμπατριώτες τους, ώστε ρίχτηκαν στη θάλασσα, έφτασαν κολυμπώντας στα εχθρικά καράβια και σκαρφαλώσανε σ’ αυτά με τα μαχαίρια στα δόντια. Πέφτοντας επάνω στα πληρώματα, αιχμαλώτισαν στα γρήγορα όλα τα καράβια και σκοτώσανε το δειλό ναύαρχο.
    Τον επόμενο χρόνο κυβέρνηση έστειλε έναν στόλο από εκατό καράβια με κυβερνήτη το Ναύαρχο Τσουέν Μόου Σουν, για να επανορθώσει την καταστροφή του Λιν Φα. Στη ναυμαχία που ακολούθησε, τα ψάθινα σκοινιά και τα πανιά των πειρατών πήραν φωτιά και η κυρία Τσιγκ έδωσε τη διαταγή της υποχώρησης. Για να την κάνει να αποτύχει, ο Τσουέν διέταξε τους κανονιέρηδές του να σκοπεύουν τα τιμόνια, για να εμποδίσουν τον εχθρό να μανουβράρει. Η ναυμαχία κατέληξε με την πλήρη καταστροφή της κυρίας Τσιγκ, αφού σκοτώθηκαν, πνίγηκαν ή αιχμαλωτίσθηκαν πάρα πολλοί πειρατές. Ωστόσο από τη μεριά των νικημένων ηρωίδα της σύγκρουσης στάθηκε η γυναίκα ενός πειρατή, που έμεινε στο τιμόνι του καραβιού της και αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη θέση της. Οπλισμένη με ένα μαχαίρι σε κάθε χέρι, εξακολούθησε να πολεμάει με πάθος και πλήγωσε πολλούς στρατιώτες πριν χτυπηθεί από τη σφαίρα ενός μουσκέτου. Έπεσε στο αμπάρι και αιχμαλωτίσθηκε.
    Πριν ακόμα η κυβέρνηση προφτάσει να τιμήσει τους νικητές μετά το γυρισμό τους, η κυρία Τσιγκ είχε αποκαταστήσει τη δύναμή της. Αφού συγκέντρωσε γρήγορα τους σκορπισμένους οπαδούς της και κάλεσε και δύο άλλους πειρατές σε βοήθειά της, σαλπάρησε για να αναζητήσει τον κυβερνητικό στόλο. Όταν τον βρήκε, όρμησε εναντίον του και το αποτέλεσμα ήταν εκείνο που μας λέει η περιγραφή ενός κυβερνητικού ναύτη: «Ο στόλος μας σκορπίστηκε, αποκρούστηκε και ύστερα τσακίστηκε. Ένας διαβολικός θόρυβος έσκιζε τον ουρανό, ο καθένας πολεμούσε για να υπερασπίσει τη ζωή του και μόλις καμιά εκατοσταριά στέκονταν ακόμα στα πόδια τους».
    Ανίκανη να υποτάξει την οργάνωση της κυρίας Τσιγκ μονομιάς, η κυβέρνηση δοκίμασε να την καταστρέψει κομματιαστά. Λίγο καιρό αργότερα, μια νηοπομπή κινέζικων εμπορικών καραβιών, συνοδευόμενη από πολλά πολεμικά πλοία, διέκρινε το «Στολίδι όλου του τσούρμου» να περνάει με τη μοίρα του. Μ’ όλο που ο υπόλοιπος πειρατικός στόλος δεν ήταν εκεί, πάρθηκε η απόφαση να επιτεθούν. Η μάχη κράτησε ως τη δύση του ηλίου και ξανάρχισε το άλλο πρωί. Στη διάρκεια της νύχτας οι εχθρικές μοίρες ήταν τόσο κοντά η μία στην άλλη, ώστε οι πειρατές και οι αντίπαλοί τους μπορούσαν να ανταλλάσσουν βρισιές. Όταν ξανάρχισε η μάχη, λυσσομανούσε τρεις ολόκληρες μέρες, ώσπου οι δύο αντίπαλοι εξαντλήθηκαν εντελώς και τα καράβια τους έπαθαν τόσες αβαρίες, ώστε χωρίσανε χωρίς να επιμένει κανένας για τη νίκη.
    Το «Στολίδι του τσούρμου» δεν άργησε να συνέλθει και σύντομα ξανάρχισε τη δουλειά του καίγοντας τις πόλεις και αρπάζοντας τις γυναίκες. Η κινέζικη κυβέρνηση έστειλε ένα στόλο, κάτω από τις διαταγές του ναυάρχου Τιγκ Κουέι Χέου για να τον αιχμαλωτίσει. Ο ναύαρχος δε βιάστηκε. Είχε βρέξει συνέχεια για πολλές μέρες και αυτό,
όπως πίστευε, θα εμπόδιζε τους πειρατές να βγουν από το λιμάνι. Έτσι επωφελήθηκε από την ευκαιρία για να βάλει τάξη στη σαβούρα του. Ενώ επιδίδονταν σ’ αυτή την εργασία, εμφανίσθηκε η κυρία Τσιγκ επικεφαλής ενός στόλου από διακόσιες πειρατικές τζόγκες και ο Τιγκ Κουέι αιφνιδιάστηκε με τις άγκυρές του ριγμένες και τα πανιά του μαζεμένα. Οι αξιωματικοί του, που δε διψούσαν ούτε για αίμα, ούτε για δόξα, τρομαγμένοι από το μεγάλο αριθμό των εχθρών, στέκονταν χλωμοί από φόβο πλάι στο μπροστινό κατάρτι, χωρίς την παραμικρή επιθυμία να πολεμήσουν. Για να τους ενθαρρύνει, ο ναύαρχος τους εκλιπαρούσε στο όνομα του πατέρα τους, της μητέρας, της γυναίκας και των παιδιών τους και κατάφερε να λάμψει μπροστά στα μάτια τους η ελπίδα για μεγάλες αμοιβές, που θα τους έδινε η χώρα, αν έκαναν το καθήκον τους. Φλογισμένοι από αυτή την έκκληση, οι φοβισμένοι αξιωματικοί πήραν θάρρος και άρχισε μια άγρια σύγκρουση. Στη διάρκειά της το «Στολίδι όλου του τσούρμου» σκοτώθηκε από μια μπάλα κανονιού. Για λίγο καιρό οι πειρατές λίγο έλειψε να λυγίσουν, έφτασαν όμως ενισχύσεις στην κατάλληλη στιγμή κάτω από τις διαταγές του υπαρχηγού Πάου, που πήρε τη ναυαρχίδα με ρεσάλτο και τότε ο ναύαρχος Τιγκ Κουέι αυτοκτόνησε και όλα τα είκοσι πέντε κυβερνητικά καράβια παραδόθηκαν.
    Ύστερα από αυτή τη νίκη, αφήσανε απόλυτα ήσυχη την κυρία Τσιγκ και αυτή, με πιο σημαντικό στόλο από κάθε άλλη φορά, αλώνιζε τις θάλασσες της Κίνας. Τη δέκατη όγδοη μέρα του όγδοου μήνα επιτέθηκε επικεφαλής ενός στόλου από πεντακόσιες τζόγκες, στην πόλη Σαοντίγκ και έπιασε τετρακόσιους άντρες και γυναίκες αιχμαλώτους. Τους υπόλοιπους μήνες αυτής της χρονιάς, του 1809, αφιέρωσε όλη την προσοχή της στα κινέζικα ποτάμια, που τα ανέπλεε, λεηλατώντας και σφάζοντας δεξιά και αριστερά, αιχμαλωτίζοντας εκατοντάδες άντρες και γυναίκες, ιδιαίτερα γυναίκες, και λεηλατώντας πόλεις και χωριά στις όχθες αυτών των ποταμών. Ο τρόμος που ενέπνεε ήταν τόσο μεγάλος ώστε οι χωρικοί το έβαζαν στα πόδια και κρύβονταν μόλις μάθαιναν πως πλησιάζει.
    Μερικές φορές οι χωριάτες αμύνονταν, όπως στο Καν Σιν, όπου οι κάτοικοι οχυρώθηκαν και προβάλανε απελπισμένη αντίσταση. Ένας ήρωας, ο Κέι Ταγκ Τσόου, δάσκαλος της πυγμαχίας του χωριού, αφού σκότωσε με τα χέρια του δέκα πειρατές, πολέμησε γενναία πλάι-πλάι με τη γυναίκα του, ώσπου κυκλώθηκε. Ο πατέρας της κυρίας Κέι Ταγκ όρμησε και αυτός εναντίον των πειρατών. Αυτοί οι τρεις γενναίοι σκότωσαν πολλούς πριν πέσουν νεκροί στα πόδια των πειρατών.
    Τελικά το χωριό πάρθηκε. Οι πειρατές μπήκαν σε τέσσερις ομάδες και άρχισαν το πλιάτσικο, παίρνοντας μαζί τους τεράστιες ποσότητες υφασμάτων, καθώς και άλλα προϊόντα και χίλιους εκατόν σαράντα αιχμαλώτους και από τα δύο φύλα. Το χωριό κάηκε και καταστράφηκε συθέμελα σε όλη του την έκταση. Καμιά εκατοστή γυναίκες είχαν ξεφύγει και κρύφτηκαν στους γειτονικούς ορυζώνες. Τα κλάματα όμως ενός μωρού οδήγησαν τους πειρατές εκεί. Τις έπιασαν και τις πήραν μαζί τους. Ανάμεσα σ’ αυτές τις γυναίκες βρισκόταν και η όμορφη Μέι Γιγκ. Ένας από τους πειρατές την άρπαξε από τα μαλλιά, αυτή όμως τον σκυλόβρισε. Μόλις έφτασαν στο καράβι, ο πειρατής την έδεσε σ’ ένα κατάρτι, αυτή όμως εξακολουθούσε να τον βρίζει και τότε ο πειρατής την πέταξε κατάχαμα και τις έσπασε δύο δόντια, πράγμα που γέμισε το στόμα της με αίμα. Ο πειρατής δοκίμασε τότε να την ξαναδέσει. Η Μέι Γιγκ τον άφησε να την πλησιάσει, μόλις όμως την άγγιξε, άρπαξε τα ρούχα του ανάμεσα στα ματωμένα δόντια της και ρίχτηκε μαζί του στο ποτάμι, όπου πνιγήκανε και οι δύο.
    Ο αυτοκράτορας της Κίνας, ακριβώς όπως και οι μονάρχες της Ευρώπης,
χρησιμοποιούσε τη μέθοδο της συγγνώμης, όταν η βία δεν έφερνε αποτελέσματα. Έτσι ο Πο Τάε, ο αρχηγός της μαύρης μοίρας, λιποτάχτησε από την κυρία Τσιγκ και υποτάχθηκε με τους πειρατές του στον αυτοκράτορα. Η δύναμή του αποτελούνταν από οχτώ χιλιάδες άντρες, εκατόν εξήντα καράβια, πεντακόσια μεγάλα κανόνια και πέντε χιλιάδες εξακόσια διάφορα όπλα. Η κινέζικη κυβέρνηση του έδωσε τότε δύο πόλεις για να εγκατασταθεί εκεί με τους άντρες του. Ο Πο Τάε ό ίδιος έλαβε από την κυβέρνηση ένα κερδοφόρο αξίωμα και άλλαξε το όνομά του. Ονομάσθηκε Χέο Μπέεν, που σημαίνει «Λαμπράδα της Μόρφωσης». 
    Η κυρία Τσιγκ φυσικά λυπήθηκε πολύ γι’ αυτή την πράξη προδοσίας που έκανε ένας από τους υπαρχηγούς της, ταυτόχρονα όμως σκέφθηκε πως θα μπορούσε να κάνει και αυτή το ίδιο. Ήταν όμως μάλλον λεπτή υπόθεση να οργανωθούν οι λεπτομέρειες της υποταγής της κυρίας Τσιγκ και του αιματοβαμμένου πληρώματός της. Τότε φάνηκε ένας μαντατοφόρος, κάποιος δρ. Τσαγκ, γιατρός, που ασκούσε το επάγγελμά του στην πορτογαλική αποικία του Μακάο. Ύστερα από πολλές συζητήσεις και παζαρέματα, συμφωνήθηκε να συγχωρηθούν η κυρία Τσιγκ και τα πληρώματά της. Τη στιγμή που θα παραδινόταν, ο κάθε άντρας θα έπαιρνε χοιρινό κρέας και κρασί, καθώς και ένα ποσό χρημάτων.
    Η κινέζικη κυβέρνηση ήταν πια αρκετά ισχυρή για να διαπραγματευτεί με τις λίγες πειρατικές μοίρες, που δεν είχαν παραδοθεί ακόμα και σύντομα η «Μάστιγα του ανατολικού Ωκεανού» υποτάχθηκε, ενώ η «Βροχή των Βατράχων» κατέφυγε στη Μανίλα. Πάνω από πεντακόσιοι πειρατές, άντρες και γυναίκες, αιχμαλωτίσθηκαν, ενώ κάπου τέσσερις χιλιάδες υποτάχθηκαν καθώς και εκατόν πενήντα ναύτες. Έτσι η ειρήνη βασίλεψε για ορισμένο διάστημα στις θάλασσες της Ανατολής και της Δύσης. Η χήρα Τσιγκ τελείωσε τη ζωή της σε μια πλούσια αφάνεια, σαν εμψυχώτρια μιας μεγάλης επιχείρησης λαθρεμπορίου.
    Είναι ενδιαφέρον να ακούμε να γίνεται λόγος για τους πειρατές της κυρίας Τσιγκ και από άλλη άποψη, την άποψη ενός Άγγλου αιχμαλώτου. Πρόκειται για κάποιον κ. Γκλάσσπουλ, αξιωματικό σ’ ένα καράβι της Εταιρίας των Ανατολικών Ινδιών, το «Μάρκις οφ Έλυ», που είχε το ατύχημα να αιχμαλωτισθεί από τους πειρατές το Σεπτέμβριο του 1809, μερικά μίλια μακριά από το Μακάο. Ο Γκλάσσπουλ, συνοδευόμενος από εφτά Βρετανούς ναυτικούς, γύριζε από την πορτογαλική αποικία στο καράβι του με ένα μικρό καραβάκι χωρίς κατάστρωμα. Εξαιτίας της ομίχλης όμως που επικρατούσε, δε βρήκε το καράβι του και για τρεις μέρες οι άντρες του και αυτός έμειναν στη θάλασσα σ’ αυτό το ανοιχτό πλεούμενο χωρίς τρόφιμα ή πυξίδα, ως τη στιγμή που αιχμαλωτίσθηκαν από ένα καράβι Κινέζων πειρατών ή «Λαντρόνες» όπως τους αποκαλεί.
    «Καμιά εικοσαριά αλιτήριο με άγριο ύφος (λέει ο Γκλάσσπουλ), που ήταν κρυμμένοι στο βάθος μιας βάρκας, πήδησαν στο καράβι μας. Ήταν οπλισμένοι με ένα κοντό σπαθί σε κάθε χέρι και μας βάλανε το ένα στο σβέρκο , ενώ μας ακουμπούσαν το άλλο στο στήθος. Είχαν τα μάτια στυλωμένα στον αξιωματικό τους, περιμένοντας το σύνθημα να μας σκοτώσουν ή να μας λυπηθούν. Βλέποντας πως είμαστε ανίκανοι για την παραμικρή αντίσταση, ο αξιωματικός ξανάβαλε το σπαθί του στο θηκάρι του και οι άλλοι ακολούθησαν αμέσως το παράδειγμά του. Μας οδήγησαν λοιπόν στο πλεούμενό τους και από εκεί στην τζόγκα τους, με τις πιο άγριες εκδηλώσεις χαράς».
    Όταν βρεθήκανε στο καράβι, οι πειρατές πήραν από τους Άγγλους ό,τι είχαν και δεν είχαν και τους έδεσαν στο κατάστρωμα. Ύστερα από εξονυχιστική ανάκριση, αποφασίστηκε πως ο Γκλάσσπουλ θα απελευθερωνόταν, αν τους έδιναν εβδομήντα
χιλιάδες δολλάρια για την εξαγορά του. Στάλθηκε με βάρκα ένα γράμμα στο Μακάο για να το ανακοινώσει. Πριν φτάσει η απάντηση, ο στόλος των πειρατών, που είχε κάπου πεντακόσια καράβια, σήκωσε άγκυρα και ξεκίνησε για μια νέα του εκστρατεία, με σκοπό να αναπλεύσει τα ποτάμια και να μαζέψει χαράτσι από τις πόλεις και τα χωριά. Για πολλές βδομάδες κάθε μέρα γινόταν η ίδια διαδικασία. Ο στόλος άραζε απέναντι σε μια πόλη ή σε ένα χωριό και αν δεν πλήρωναν οι κάτοικοι αρκετά για την εξαγορά τους, τη λεηλατούσε και την έκαιγε συθέμελα. Μερικές φορές οι κάτοικοι τολμούσαν να πυροβολήσουν τους πειρατές. Η αντίσταση αυτή όμως έκανε μικρή ζημιά στους πειρατές, ενώ έβλαπτε πολύ περισσότερο αυτούς τους ίδιους.
    «Οι Λαντρόνες ήταν έξω φρενών (γράφει ο Γκλάσσπουλ) και αποφασισμένοι να εκδικηθούν. Άφησαν να τους πάρει το ρέμα εκτός βολής και αγκυροβόλησαν. Κάθε τζόγκα έστειλε κάπου εκατό άντρες σε κάθε όχθη, για να κάψουν το ρύζι και να λεηλατήσουν τους πορτοκαλεώνες, πράγμα που έγινε με μαεστρία πολλά μίλια μακριά από τις εκβολές. Ενώ βρισκόμαστε σ’ αυτό το μέρος, πήραν την πληροφορία πως εννιά καράβια φορτωμένα ρύζι ήταν αγκυροβολημένα σε ένα λιμανάκι προς τις πηγές του ποταμού. Έστειλαν αμέσως βάρκες να τα βρουν. Την επόμενη αυτά τα καράβια είχαν ενωθεί με το στόλο. Δέκα ως δώδεκα άντρες από τα πληρώματά τους είχαν πιαστεί. Καθώς δεν είχαν προβάλει καμιά αντίσταση, ο αρχηγός δήλωσε πως τους επέτρεπε να γίνουν Λαντρόνες, αν δέχονταν να δώσουν τους συνηθισμένους όρκους. Τρεις ή τέσσερις αρνήθηκαν να συμμορφωθούν και τιμωρήθηκαν με τον πιο σκληρό τρόπο. Τους έδεσαν τα χέρια πίσω από τις πλάτες, τους πέρασαν κάτω από τις μασχάλες ένα σκοινί, που κρεμόταν από την κορυφή του καταρτιού, και τους κρεμάσανε τρία – τέσσερα πόδια πάνω από το κατάστρωμα. Πέντε – έξη άντρες αρχίσανε να τους μαστιγώνουν τότε με έναν πλεχτό βούρδουλα, ώσπου φαίνονταν σαν πεθαμένοι. Ύστερα τους ανεβάσανε ψηλά στο κατάρτι, όπου τους αφήσανε κάπου μια ώρα, και τότε τους ξανακατέβασαν και ξανάρχισε η τιμωρία, ώσπου άλλοι υποχωρήσανε και άλλοι πέθαναν».
    Στις 28 Οκτωβρίου ο κ. Γκλάσσπουλ πήρε επιτέλους ένα γράμμα, όπου ο πλοίαρχος Μαίι του «Μάρκις οφ Έλυ» του έλεγε πως πρόσφερε τρεις χιλιάδες δολλάρια για λύτρα και ήταν πρόθυμος να προσφέρει και παραπάνω, αν παρουσιαζόταν ανάγκη. Στο μεταξύ οι Άγγλοι αιχμάλωτοι είχαν υποχρεωθεί, με τη φοβέρα των βασανιστηρίων και της κακομεταχείρισης, να πάρουν όπλα και να πολεμήσουν στο πλευρό των πειρατών. Ο Γκλάσσπουλ και ο λοστρόμος του είχαν αναλάβει ένα από τα μεγάλα κανόνια. Σε μια ναυμαχία εναντίον ενός κυβερνητικού στόλου, που σ’ αυτήν σημειώθηκαν πολλές βίαιες συγκρούσεις, ο Γκλάσσπουλ γλύτωσε δυο φορές, την πρώτη όταν μια βόμβα δώδεκα λίτρων έπεσε τρία βήματα κοντά του και τη δεύτερη όταν ένα άλλο βλήμα χτύπησε μια μικρή μπρούντζινη τροχαλία, όπου καθόταν. Σ’ αυτή τη μάχη υπηρετούσε στη ναυαρχίδα των πειρατών και όπως διηγείται, στις δυσκολότερες στιγμές του αγώνα η κυρία Τσιγκ, ναύαρχος των Λαντρόνες, τον κατάβρεχε με σκορδοστούμπι, που οι πειρατές πίστευαν πως είχε μαγική ιδιότητα εναντίον των βλημάτων. Τελικά, ύστερα από πολλά βάσανα και κινδύνους, συμφωνήσανε στα παζαρέματα που γίνονταν για τα λύτρα των αιχμαλώτων και οι Άγγλοι οδηγήθηκαν στις εκβολές του ποταμού, όπου παραδόθηκαν στους συμπατριώτες τους, ευτυχισμένοι γιατί ξαναβρήκαν την ελευθερία τους ύστερα από τρεις μήνες αιχμαλωσία.
    Η φρίκη της ζωής επάνω σε μια από αυτές τις τζόγκες των Κινέζων πειρατών περιγράφεται με πολύ ζωηρό τρόπο από τον κ. Γκλάσσπουλ: «Οι Λαντρόνες δεν έχουν σταθερή κατοικία στην ξηρά, αλλά ζουν συνέχεια επάνω στα καράβια τους. Η πρύμνη
προορίζεται για τον καπετάνιο και τις γυναίκες του. Έχει συνήθως πέντε με έξη γυναίκες. Κάθε άντρας διαθέτει συνήθως μια θεσούλα τέσσερα τετραγωνικά πόδια, όπου βολεύει τη γυναίκα και την οικογένειά του. Τα ανθρώπινα όντα που είναι εγκατεστημένα μ’ αυτό τον τρόπο σε τόσο μικρό χώρο, δε μπορεί παρά να είναι εξαιρετικά βρώμικα, και είναι πραγματικά. Έτσι στα καράβια τους μυρμηγκιάζουν κάθε λογής ζώα και ζωύφια, ιδιαίτερα ποντικοί. Οι Λαντρόνες βοηθούν στην αναπαραγωγή τους και τους τρώνε σαν πραγματικό μεζέ, γιατί πολύ λίγα είναι τα ζώα που δεν τρώνε. Στη διάρκεια της αιχμαλωσίας μας ζήσαμε τρεις βδομάδες με γυμνοσάλιαγκους και με ρύζι. Λατρεύουν το παιγνίδι και περνούν τις ελεύθερες ώρες τους παίζοντας χαρτιά και καπνίζοντας όπιο».
    Μ’ όλο που στη διάρκεια της ιστορίας καμιά άλλη πειρατίνα δεν έφτασε σε φήμη και σε δόξα τη χήρα Τσιγκ, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε και μια άλλη χήρα, πιο πρόσφατη, την κυρία Χον Τσο Λο. Η κυρία Λο, όπως και η κυρία Τσιγκ, ήταν παντρεμένη με έναν πειρατή. Όταν αυτός πέθανε, το 1921. τον διαδέχθηκε στη διοίκηση του στόλου του. Σύντομα βύθισε στον τρόμο όλη την περιοχή που περιβάλλει το Παχόι, όπου εφάρμοσε τις καλύτερες παραδόσεις του επαγγέλματος με καμιά εξηνταριά τζόγκες της θάλασσας. Μ’ όλο που ήταν νέα και όμορφη, απέκτησε μεγάλη φήμη φονιά και πειρατή. Στη διάρκεια της επανάστασης του 1921, η κυρία Λο συμμάχησε με τις δυνάμεις του στρατηγού Ουώγκ Μιν Τογκ και πήρε το βαθμό του συνταγματάρχη. Μετά τον πόλεμο, ξανάρχισε τις πειρατικές πράξεις της, αιφνιδιάζοντας και λεηλατώντας από καρό σε καιρό ένα – δύο χωριά από ματαιοδοξία. Σ’ αυτές τις επιθέσεις άρπαζε συνήθως πενήντα με εξήντα νέες κοπέλες, για να τις πουλήσει. Η σύντομη, αλλά λαμπρή σταδιοδρομία της τελείωσε τον Οκτώβριο του 1922.
    Ο πόλεμος ανάμεσα στην Αγγλία και στην Κίνα για το εμπόριο του οπίου τελείωσε το 1842 με την παραχώρηση του Χόνγκ Κονγκ στους Άγγλους νικητές. Αυτό το νησί ήταν πάντα ένα από τα κυριότερα θερμοκήπια της κινέζικης πειρατείας και η εγκατάσταση μιας ξένης δύναμης εκεί δεν είχε άλλο αποτέλεσμα, παρά να σπρώξει τους ληστές να εγκατασταθούν σε άλλους κατάλληλους κρυψώνες στις γύρω περιοχές. Μ’ όλο που οι πειρατές ήταν τώρα σκορπισμένοι, ούτε η επιθετικότητα ούτε η δύναμή τους είχε λιγοστέψει στο παραμικρό. Αντίθετα, κάτω από την ικανή αρχηγία δυο κατεργαρέων, του Σαπ Γκι Τσάι και του Τσούι Απού, προκαλέσανε σημαντικές καταστροφές όχι μόνο στο κινέζικο θαλασσινό εμπόριο και στα κινεζικά χωριά, αλλά και στο βρετανικό εμπόριο. Στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1849 όμως, μόνο η βρετανική μοίρα της Κίνας κατέστρεψε πενήντα εφτά τζόγκες των Κινέζων πειρατών και σκότωσε πάνω από εννιακόσιους άντρες.
    Αυτή η μοίρα της Κίνας, που δρούσε σε έκταση χιλίων τετραγωνικών μιλίων, σε επικίνδυνα και σχεδόν άγνωστα νερά, είχε για κυβερνήτη τον πλοίαρχο, και αργότερα ναύαρχο, Σερ Τζων Ντάλρυμπλ Χαίυ, που την ημέρα της επετείου της ναυμαχίας του Τραφάλγκαρ, το 1849, οδήγησε το μικρό στόλο του στο στενό και επικίνδυνο λιμανάκι, όπου ο Σαπ Γκι Τσάι είχε παρατάξει τα καλά οπλισμένα καράβια του. Ύστερα από έναν άγριο βομβαρδισμό, καταστράφηκαν όλες οι τζόγκες και η πειρατική ναυαρχίδα τινάχτηκε στον αέρα.
    Ο Σαπ Γκι Τσάι και μεγάλος αριθμός από τους άντρες του κατόρθωσαν να βγουν στην ακτή και σύντομα ο αρχιπειρατής παραδόθηκε στις κινέζικες αρχές, που σύμφωνα με τη συνηθισμένη ευγενική μέθοδό τους, του έδωσαν πλήρη συγγνώμη και μια καλοπληρωμένη θέση ανώτερου υπαλλήλου.
    Όσο για τον Τσούι Απού, κράτησε ακόμα ένα χρόνο, ως τη μέρα που ο στόλος του έπαθε πραγματική πανωλεθρία, μ’ όλο που ο ίδιος κατόρθωσε να ξεφύγει στην Κίνα. Η κυβέρνηση του Χόνγκ Κόνγκ τον είχε επικηρύξει, και αυτό έσπρωξε μερικούς Κινέζους να τον αιχμαλωτίσουν και να τον μεταφέρουν στην αγγλική αποικία, όπου δικάστηκε και καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά. Ο Τσούι Απού θεώρησε την ποινή αυτή τόσο προσβλητική ώστε κρεμάστηκε στο κελί του το Μάρτιο του 1851.
    Εκείνη την εποχή υπήρχαν ανάμεσα στους πειρατές μερικές ιδιαίτερα παράξενες φυσιογνωμίες, ορισμένοι μάλιστα από αυτούς Ευρωπαίοι. Ένα ς Αμερικανός, ο Έλι Μπογκς, ήταν ο πιο παράξενος. Ο ανταποκριτής των «Τάιμς», που ήταν παρών στη δίκη του για πειρατεία τον Ιούλιο του 1857, γράφει σχετικά μ’ αυτόν: «Ήταν σχεδόν αδύνατο να πιστέψει κανείς πως το ομορφόπαιδο αυτό, με τα καλοχτενισμένα μαλλιά, το γυναικείο πρόσωπο, το γοητευτικό χαμόγελο και τα λεπτά χέρια, μπορούσε να είναι πειρατής, που το όνομά του είχε δεθεί για τρία χρόνια με τις πιο παράτολμες και αιμοβόρες πράξεις πειρατείας».
    Όταν ο Μπογκς σηκώθηκε για να υπερασπίσει τον εαυτό του στο δικαστήριο, μίλησε για δύο ώρες χωρίς την παραμικρή τρεμούλα, χωρίς να κάνει την παραμικρή έκκληση για συμπόνια. Στη διάρκεια της δίκης, διαπιστώθηκε πως είχαν δει το δικαζόμενο συντροφιά με τους πειρατές, πως είχε δράσει πολλές φορές σαν αρχηγός τους και πως τον είχαν δει να πυροβολεί τους άντρες των καραβιών, που είχαν δεχτεί τις επιθέσεις των πειρατών. Ωστόσο, επειδή κανένας μάρτυρας δεν μπορούσε να ορκιστεί πως είχε δει πραγματικά τον Μπογκς να σκοτώνει άνθρωπο, οι πονόψυχοι ένορκοι τον απαλλάξανε από την κατηγορία του φόνου, τον κρίνανε όμως ένοχο πειρατείας και τον καταδίκασαν σε ισόβια δεσμά.
    Όταν διαδόθηκε η ατμοπλοΐα στην Κίνα, η πειρατεία σε μεγάλη κλίμακα έγινε πολύ παρακινδυνευμένη επιχείρηση και δεν ήταν πια κερδοφόρα τοποθέτηση κεφαλαίων για τους καραβοκύρηδες. Έτσι το επάγγελμα αυτό έπεσε στα χέρια λίγων απομονωμένων και μέτριων ατόμων. Μ’ όλο που η εποχή των μεγάλων αρχηγών είχε περάσει, η παράδοση της πειρατείας στην ουράνια αυτοκρατορία δε χάθηκε ποτέ ολότελα. Έγιναν πολλές αναστάσεις της, ιδιαίτερα στη διάρκεια των ταραχών, ανάμεσα στα 1820 – 30.

Τέλος δέκατου ένατου μέρους. 
    (Πρώτο μέρος)